ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ-ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ Θ

ΓΚΙΑΤΗ

Περιγραφή
  • Εισαγωγή – Ορισμοί, μέθοδοι και κατευθύνσεις  -Ορισμός της ψυχολογίας- Αντικείμενο της ψυχολογίας - Κλάδοι της ψυχολογίας

 

  • Κοινωνική αντίληψη και κοινωνική συμπεριφορά
     Αντίληψη και Αυτοαντίληψη
     Εκτίμηση και Αυτοεκτίμηση
     Πεποίθηση και Αυτοπεποίθηση

 

  •  Στερεότυπα και ομορφιά
     Αυτογνωσία, Αυτοκριτική

 

  • Κίνητρα και Ανάγκες
     Ορισμός
     Η πυραμίδα των αναγκών του Maslow
     Τα κίνητρα και ανάγκες πελατών για αισθητική φροντίδα

 

  • Προσωπικότητα
     Προσωπικότητα: έννοια, δομή και λειτουργία
     Βασικές θεωρήσεις για την προσωπικότητα (ψυχαναλυτική, γνωσιακή-συμπεριφοριστική, ανθρωπιστική
    θεώρηση)
     Ψυχοπαθολογία (νεύρωση, ψύχωση, ναρκισσισμός, διαταραχή σωματικής δυσμορφίας)

 

  • Μάθηση
     Βασικές μορφές μάθησης
     Κλασική εξαρτημένη μάθηση
     Συντελεστική εξαρτημένη μάθηση

 

  • Μνήμη
     Στάδια της μνήμης (κωδικοποίηση, αποθήκευση , ανάκληση)
     Είδη της μνήμης (Βραχύχρονη και Μακρόχρονη μνήμη)
 

Ενότητες

Ως Ψυχολογία ορίζεται η επιστημονική μελέτη του νου και του τρόπου με τον οποίο το ανθρώπινο μυαλό υπαγορεύει και επηρεάζει τη συμπεριφορά μας, από την επικοινωνία και τη μνήμη μέχρι τη σκέψη, τη συμπεριφορά και το συναίσθημα. Πρόκειται για την κατανόηση του τι κάνει τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο και πώς αυτή η κατανόηση μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε πολλά από τα προβλήματα και τα ζητήματα στην κοινωνία σήμερα.

Ως επιστήμη, η ψυχολογία είναι αφιερωμένη στη μελέτη του ανθρώπινου μυαλού και της ανθρώπινης συμπεριφοράς – και των σκέψεων, των συναισθημάτων και των κινήτρων που κρύβονται πίσω από αυτήν – μέσω της παρατήρησης, της μέτρησης και των δοκιμών, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα που βασίζονται σε ορθή επιστημονική μεθοδολογία.

Οι βασικοί κλάδοι της Ψυχολογίας είναι:

Κλινική Ψυχολογία: ασχολείται με τη διάγνωση, την αξιολόγηση και τη θεραπεία ψυχολογικών διαταραχών και προβλημάτων ψυχικής υγείας σε ατομικό επίπεδο.

Ψυχολογία της Υγείας : ερευνά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παραγόντων ψυχολογικής και σωματικής υγείας και ασθένειας

Εγκληματολογική Ψυχολογία: εστιάζει στην εφαρμογή της ψυχολογίας στο δικαστικό σύστημα, περιλαμβάνοντας την αξιολόγηση των εγκληματιών, την ανάπτυξη προγραμμάτων αποκατάστασης και την συμβολή στη δικαστική διαδικασία.

Σχολική Ψυχολογία: ασχολείται με την ανάπτυξη και την εφαρμογή προγραμμάτων που στοχεύουν στην προαγωγή της μάθησης και της ευημερίας των μαθητών, καθώς και στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων

Αθλητική Ψυχολογία: ερευνά και εφαρμόζει ψυχολογικές αρχές και τεχνικές με στόχο τη βελτίωση της επίδοσης, της απόδοσης και της ευημερίας αθλητών και αθλητικών ομάδων.

Νευροψυχολογία: ερευνά τη σχέση μεταξύ του εγκεφάλου, της συμπεριφοράς και των ψυχικών διεργασιών, εξετάζοντας τις επιδράσεις των νευρολογικών διαταραχών στη συμπεριφορά και την ψυχολογία.

Συμβουλευτική Ψυχολογία: εστιάζει στην παροχή συμβουλευτικής και ψυχοθεραπευτικής υποστήριξης σε άτομα ή ομάδες, με στόχο την αντιμετώπιση προσωπικών, διαπροσωπικών ή επαγγελματικών προβλημάτων και την προαγωγή της ψυχικής υγείας.

Κοινωνική ψυχολογία: Μελετά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επηρεάζονται από το περιβάλλον τους και τις κοινωνικές σχέσεις τους και πώς αλληλεπιδρούν οι κοινωνικές ομάδες.

Αναπτυξιακή ψυχολογία: Ερευνά την ανάπτυξη των ανθρώπινων διαδικασιών από τη γέννηση έως την ενηλικίωση.

Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση


Πολύ συχνά ο όρος «αυτοεκτίμηση» χρησιμοποιείται με την έννοια της αυτοαξιολόγησης που κάνει το άτομο για
τον εαυτό το. Εκφράζει μια στάση επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας και δείχνει το βαθμό στον οποίο το άτομο
θεωρεί ότι είναι ικανό, σημαντικό, επιτυχημένο και άξιο. Η αυτοεκτίμηση βασίζεται σε δύο μεγάλες ανάγκες: στην
ανάγκη να μας αγαπούν και στην ανάγκη να αισθανόμαστε ικανοί Περιληπτικά, η αυτοεκτίμηση είναι μια
προσωπική κρίση αξίας η οποία εκφράζεται στις στάσεις του ατόμου. Η αυτοεκτίμηση δείχνει ότι το άτομο
αισθάνεται πως αξίζει σαν πρόσωπο, σέβεται τον εαυτό του γι’ αυτό που είναι, δεν τον καταδικάζει για ότι δεν
είναι και γενικότερα, σκέφτεται θετικά για τον εαυτό του. Αντίθετα η έλλειψη αυτοεκτίμησης ή η χαμηλή
αυτοεκτίμηση, σημαίνει αρνητική αυτοαξιολόγηση και συχνά αυτοαπόρριψη. Η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τις
προσωπικές φιλοδοξίες και τις υποκειμενικές αξιολογήσεις του ατόμου σχετικά με την επίτευξη ή όχι των
επιδιωκόμενων στόχων του. Πολλές φορές οι αυτοαξιολογήσεις συσχετίζονται στενότερα με την ελκυστικότητα
που θεωρεί το άτομο ότι έχει παρά με την πραγματική, φυσική του ελκυστικότητα. Εξαιτίας της έλλειψης των
αντικειμενικών κριτηρίων, τα πρόσωπα τείνουν να υιοθετούν υποκειμενικά κριτήρια συγκρίνοντας τον εαυτό τους
με τους άλλους.Η αυτοεκτίμησηείναι, λοιπόν, η βασική αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας και την αξία του.
Αρχίζει να θεμελιώνεται ήδη από την παιδική μας ηλικία, τότε που είμαστε ανοικτοί και ευάλωτοι, απέναντι σε
αυτούς από τους οποίους εξαρτόμαστε βιολογικά και συναισθηματικά, και δεν διαθέτουμε ακόμα επαρκείς άμυνες
για να αυτοπροστατευθούμε. Στο βαθμό που εισπράττουμε αγάπη, επιβεβαίωση και αποδοχή για αυτό που
πραγματικά είμαστε, αρχικά από τα πρόσωπα του άμεσου και, στη συνέχεια, από αυτά του ευρύτερου κοινωνικού
μας περιβάλλοντος, σε ανάλογο βαθμό χτίζεται και η αυτοεκτίμησή μας


Η αυτοπεποίθηση αφορά στη βεβαιότητα που έχουμε πως μπορούμε να καταφέρουμε διάφορα πράγματα και να
ανταποκρινόμαστε στις απαιτήσεις διαφόρων καταστάσεων. Μπορεί να έχει να κάνει με τον τομέα της εργασίας,
του αθλητισμού, της γνώσης ή οτιδήποτε άλλο. Κάποιοι έχουν αυτοπεποίθηση σχεδόν σε όλους τους τομείς της
ζωής τους, ενώ κάποιοι άλλοι σε ορισμένους μόνο.Η αυτοπεποίθηση δεν είναι σταθερή στη διάρκεια της ζωής
μας. Υπάρχουν φάσεις της ζωής μας στη διάρκεια των οποίων μπορεί να νιώθουμε δυνατοί και επαρκείς, και
άλλες, ιδιαίτερα εάν μας έχει συμβεί κάτι δυσάρεστο, όπου νιώθουμε το αντίθετο. Η καλή αυτοπεποίθηση δεν
είναι αυτοφυής. Εξαρτάται άμεσα από το τι πραγματικά έχουμε καταφέρει και για να διατηρηθεί αυτή η
πεποίθηση επάρκειας, απαιτείται συνεχής προσπάθεια και έκθεση σε νέες προκλήσεις.


Αυτοαντίληψη είναι ένα είδος αξιολόγησης που κάνει το άτομο για τον εαυτό του. Εκφράζει την άποψη που έχει το
ίδιο το άτομο για τον εαυτό του και φανερώνει το βαθμό στον οποίο το άτομο πιστεύει ότι είναι ικανό σε κάποιους
τομείς. Πολλές φορές η εικόνα που έχει κάποιος για τον εαυτό του δεν ανταποκρίνεται για διάφορους λόγους στην
πραγματικότητα. Η αυτοαντίληψη έχει τρεις όψεις: α) Η προσωπική αυτοαντίληψη, η οποία σχετίζεται με τη γνώμη
που έχει το κάθε άτομο για τον εαυτό του. β) Η κοινωνική αυτοαντίληψη, η οποία διαμορφώνεται από την
εντύπωση που έχει το άτομο για το πώς το βλέπουν οι άλλοι. γ) Η ιδανική αυτοαντίληψη, η οποία περιλαμβάνει τα
χαρακτηριστικά που το άτομο θα ήθελε να έχει ο εαυτός του. Συχνά η εικόνα που έχει για τον εαυτό του κανείς
είναι αποτέλεσμα του πως τον βλέπουν, ή του πως νομίζει πως τον βλέπουν οι άλλοι, όπως π.χ. γονείς, συγγενείς,
φίλοι, συνομήλικοι, κ.λ.π. στο στενότερο και ευρύτερο περιβάλλον του


Η αυτοπεποίθηση αφορά στο τι μπορούμε να κάνουμε/καταφέρουμε, ενώ η αυτοεκτίμηση σε αυτό που θεωρούμε
πως είμαστε. Η αυτοεκτίμηση αφορά, δηλαδή, σε μια εσωτερική αίσθηση για τον εαυτό μας. Όταν έχουμε καλή
αυτοεκτίμηση, νιώθουμε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας και, ταυτόχρονα, αγαπητοί και αποδεκτοί από τους
άλλους για αυτό που είμαστε. Με λίγα λόγια, νιώθουμε πως αξίζουμε. Ένα άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση,
συνήθως, υποτιμά ή υπερεκτιμά τις ικανότητές του στις διάφορες καταστάσεις. Αντίστροφα, ένα άτομο με καλή
αυτοεκτίμηση έχει μια ρεαλιστική εικόνα για τις πραγματικές του ικανότητες.

Οι άνθρωποι, αξιωματικά, έχουμε κάποια δικαιώματα τα όποια όταν γνωρίζουμε και τα εξασκούμε, χτίζουμε τις
βάσεις για μια υγιή αυτοεκτίμηση. Αυτά τα δικαιώματα, αφορούν τη σκέψη μας, το συναίσθημα μας και τις
δράσεις μας και μπορούμε να τα συνοψίσουμε στα παρακάτω:
→ Έχω δικαίωμα να ασκώ εποικοδομητική κριτική στον εαυτό μου και να παίρνω τις αποφάσεις που αφορούν
στο άτομό μου. Μπορεί ταυτόχρονα να με απασχολεί η άποψη ή οι πεποιθήσεις των άλλων, αλλά η τελική
απόφαση για οποιαδήποτε δράση μου ανήκει σε μένα.
→ Έχω δικαίωμα να αποφασίζω, αν θέλω να προσφέρω βοήθεια, όταν αυτή μου ζητηθεί. Εκτιμώντας τη
συγκεκριμένη κατάσταση, το χρόνο μου, τις ικανότητές μου και τις ανάγκες μου, μπορώ να αποφασίσω αν
θέλω να ανταποκριθώ ή όχι
→ Είμαι αποκλειστικά υπεύθυνος/η για τη ζωή μου, την ευτυχία μου και την ευζωία μου. Το ίδιο και οι άλλοι
άνθρωποι.
→ Έχω δικαίωμα να αλλάζω γνώμη, αφού μπορώ να αλλάζω μέσα στο χρόνο και να εξελίσσομαι.
→ Έχω δικαίωμα να είμαι ανεξάρτητος/η. Το δικαίωμά μου αυτό μπορεί να αφορά πράγματα όπως, τα ρούχα
που επιλέγω να φοράω, τα χόμπι που θέλω να έχω, κάποιες συνήθειές μου, τις απόψεις που έχω για την
πολιτική, την κοινωνική ζωή, τον αθλητισμό ή τη χρήση του χρόνου μου. Οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να έχουν
διαφορετική γνώμη από μένα και να μην συμφωνούμε πάντα και είναι δικαίωμά τους, ωστόσο αυτό δεν είναι
αρκετό να καταστρέψει μια υγιή σχέση
→ Έχω το δικαίωμα να «μην ξέρω κάτι».
→ Έχω το δικαίωμα να πω «δεν καταλαβαίνω».
→ Έχω το δικαίωμα να πω «δεν με ενδιαφέρει»

Η αυτοαποτελεσματικότητα είναι ο βαθμός βεβαιότητας κάποιου/ας για τις ικανότητές του/ης να αντεπεξέλθει σε ένα συγκεκριμένο έργο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Οι αντιλήψεις για την αυτοαποτελεσματικότητα ενισχύονται ή αποδυναμώνονται μέσα στο χρόνο και λειτουργούν ως ανατροφοδότηση για τη μελλοντική συμπεριφορά του ατόμου σε παρόμοια έργα.

Βασική αρχή της θεωρίας  της αυτοαποτελεσματικότητας είναι ότι το επίπεδο κινητοποίησης των ατόμων βασίζεται περισσότερο στις αντιλήψεις τους παρά στο τι πραγματικά ισχύει . Ο τρόπος που οι άνθρωποι συμπεριφέρονται και ενεργούν προσδιορίζεται  περισσότερο από τις υποκειμενικές προσωπικές πεποιθήσεις σχετικά με τις ικανότητές τους, παρά από το τι πραγματικά μπορούν να καταφέρουν.

Η έννοια της αυτοαποτελεσματικότητας επηρεάζει τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι, τα συναισθήματα που βιώνουν και τις επιλογές που κάνουν. Η αίσθηση της αυτοαποτελεσματικότητας μπορεί να χαρακτηριστεί ως πιο ρευστή και ευμετάβλητη συγκριτικά με τις υπόλοιπες έννοιες που αφορούν στον εαυτό.

Για την επίτευξη ενός έργου αναγκαίος θεωρείται ο τρίπτυχος συνδυασμός της υψηλής αίσθησης της αυτοαποτελεσματικότητας, του απαραίτητου υπόβαθρου γνώσης και των πραγματικών ικανοτήτων του ατόμου. Ο παράγοντας της αυτοαποτελεσματικότητας παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πεποίθησης σχετικά με την επάρκεια της αποκτηθείσας γνώσης και δεξιότητας αλλά και στο πόσο αποτελεσματική είναι δυνατό να γίνει η διαχείρισή τους από το άτομο. Εξαρτάται από τις πεποιθήσεις του σχετικά με την αυτοαποτελεσματικότητά του, το αν δηλαδή θα χρησιμοποιήσει σωστά και αποτελεσματικά τη γνώση και τη σχετική δεξιότητα ή την ικανότητά του.

Αν κάποιος/α  δεν πιστεύει ότι θα πετύχει σε μια δοκιμασία, τότε, συνήθως, δεν κινητοποιείται να προσπαθήσει και να επιμείνει, ώστε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και τα εμπόδια

Οι άνθρωποι δέχονται συνεχώς πληροφορίες και ανατροφοδότηση από προηγούμενες εμπειρίες, όπως προηγούμενες επιτυχίες και αποτυχίες τους, την κριτική των άλλων, και κυρίως των σημαντικών άλλων, και τις επιδόσεις των γύρω τους.

Είναι πιθανό να έχει κανείς υψηλότερη αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας αλλά και επίδοση, όταν θεωρεί ότι το έργο είναι καλά οργανωμένο και είναι σαφές τι πρέπει να κάνει. Κινητοποιείται λιγότερο στο να επιλέξει ή να επιμείνει στην προσπάθειά του/ης  να αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις, να επιτύχει σε δύσκολα ή δυσνόητα και όχι καλά οργανωμένα έργα, εκτός κι αν διακατέχεται από τη θέληση και τη βεβαιότητα της επιτυχίας.

Η ενθάρρυνση, η παρότρυνση, οι ιστορίες που μεταφέρουν οι άλλοι μπορούν να λειτουργήσουν θετικά στην κινητοποίηση του ατόμου να επιμείνει στην επίλυση των προβλημάτων που του παρουσιάζονται.

Τα άτομα νιώθουν ότι τα καταφέρνουν καλύτερα σε έργα στα οποία δεν βιώνουν συναισθηματική ένταση, ενώ σε δραστηριότητες που απατούν δύναμη και αντοχή μεταφράζουν συχνά την κούραση, το άγχος και την καταπόνηση σε προσωπική μειονεξία ή αποτυχία.

Τι είναι τα στερεότυπα;
 Τα στερεότυπα είναι σταθερές, συχνά απλουστευμένες,
υπεργενικευμένες πεποιθήσεις, αντιλήψεις, στάσεις και
προκαταλήψεις που έχουμε για συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων ή καταστάσεις. Είναι η προσδοκία ότι το άτομο που
ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ομάδας στην οποία ανήκει.
 Τα στερεότυπα μπορεί να πηγάζουν από διάφορες πηγές, όπως η
κουλτούρα, η εκπαίδευση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα
κοινωνικά δίκτυα και η προσωπική εμπειρία. Μπορούν να
αφορούν ομάδες ανθρώπων βάσει φύλου, εθνικότητας, ηλικίας,
κοινωνικής τάξης, θρησκείας και πολλών άλλων παραμέτρων.
 Τα στερεότυπα μπορούν να επηρεάσουν την αντίληψή μας, τις
αποφάσεις μας και τις αλληλεπιδράσεις μας με άλλους
ανθρώπους. Επίσης, μπορούν να εμποδίσουν την πρόοδο προς
μια πιο ισότιμη κοινωνία, αφού μπορούν να οδηγήσουν σε
συμπεριφορές διάκρισης και αδικίες.


Στερεότυπα με βάση το έθνος
/εθνοτική ομάδα
 Είναι προκαταλήψεις, στάσεις ή συμπεριφορές
διάκρισης για άτομα βασισμένες στη φυλή ή την
εθνικότητά τους.
 Συχνά προκύπτουν και συνδέονται με ιστορικούς,
κοινωνικούς και πολιτιστικούς παράγοντες και
μπορούν να οδηγήσουν σε προκαταλήψεις,
διακρίσεις και συστημικές ανισότητες.
 Για παράδειγμα:
 «οι Γερμανοί είναι οργανωτικοί»
 «οι μαύροι είναι καλοί στον αθλητισμό αλλά
λιγότερο έξυπνοι»
 «οι Ιάπωνες είναι πρακτικά μυαλά αλλά δεν έχουν
κοινωνικές δεξιότητες »


Στερεότυπα με βάση το φύλο
 Είναι ευρέως αποδεκτές πεποιθήσεις ή υποθέσεις για τα
χαρακτηριστικά, τους ρόλους και τις συμπεριφορές που θεωρούνται
κατάλληλοι για άτομα βάσει του φύλου τους.
 Συχνά ενισχύουν τα παραδοσιακά φύλα και τις προσδοκίες που
απορρέουν από τους ρόλους που αντιπροσωπεύουν και μπορούν να
περιορίσουν την ελευθερία έκφρασης και τις ευκαιρίες που μπορεί να
έχει κάθε άτομο.
 Παραδείγματα:
 «άντρες είναι δυνατοί, αποφασιστικοί και φυσικοί ηγέτες, ενώ οι
γυναίκες είναι φροντιστικές, συναισθηματικές και καλύτερες για τους
οικιακούς ρόλους»
 «τα αγόρια πρέπει να απολαμβάνουν τον αθλητισμό και τις σωματικές
δραστηριότητες, ενώ τα κορίτσια πρέπει να επικεντρώνονται στην
εμφάνισή τους και τις οικιακές δεξιότητες»
 «οι γυναίκες είναι λιγότερο ικανές στα πεδία της επιστήμης,
τεχνολογίας, μηχανικής και μαθηματικών σε σύγκριση με τους άνδρες»


Στερεότυπα με βάση την
κουλτούρα/πολιτισμό
 Είναι υπεραπλουστευμένες αντιλήψεις ή
γενικεύσεις για συγκεκριμένες πολιτιστικές ομάδες,
συχνά βασιζόμενες σε υποθέσεις για τα έθιμα, τις
παραδόσεις, τις αξίες και τις συμπεριφορές τους.
 Μπορεί να προκύψουν από τις αλληλεπιδράσεις με
άτομα από διαφορετικές πολιτιστικές ομάδες,
καθώς και από την αναπαράστασή τους στα μέσα
ενημέρωσης και μπορούν να οδηγήσουν σε
παρανοήσεις, προκαταλήψεις και διακρίσεις.
 Παραδείγματα
 «οι Ασιάτες είναι συνεπείς, εργατικοί και
ακαδημαϊκά επιτυχημένοι»
 «οι Άραβες είναι επιθετικοί και τρομοκράτες».
 «οι μεσογειακοί λαοί είναι θερμόαιμοι»


Πώς τα στερεότυπα μπορούν να οδηγήσουν σε
διακρίσεις και ανισότητα;
 Τα στερεότυπα μπορούν να οδηγήσουν σε διακρίσεις και ανισότητα με πολλούς τρόπους:
 Διαμόρφωση Προκαταλήψεων: Τα στερεότυπα διαμορφώνουν προκαταλήψεις και
προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε και αντιμετωπίζουμε τους άλλους
ανθρώπους. Αυτές οι προκαταλήψεις μπορούν να οδηγήσουν σε διακρίσεις και ανισότητα
καθώς επηρεάζουν τις αποφάσεις μας, όπως στις προσλήψεις, την ανάθεση εργασίας ή την
παροχή υπηρεσιών.
 Διαστρεβλωμένη Αντιμετώπιση: Οι προκαταλήψεις που προκύπτουν από τα στερεότυπα
μπορούν να οδηγήσουν σε διαστρεβλωμένη αντιμετώπιση ατόμων ή ομάδων. Για
παράδειγμα, μπορεί να υπάρξει προτίμηση για τη μία φυλή ή εθνικότητα σε βάρος της άλλης
στον χώρο της εργασίας ή της εκπαίδευσης.
 Ανεπαρκής Πρόσβαση σε Ευκαιρίες: Οι προκαταλήψεις που εκφράζονται μέσω των
στερεοτύπων μπορούν να οδηγήσουν σε ανεπαρκή πρόσβαση σε ευκαιρίες για ορισμένες
ομάδες ανθρώπων. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένη πρόσβαση σε εκπαιδευτικά ή
επαγγελματικά προγράμματα, σε διαμονή, σε υπηρεσίες υγείας, και άλλα.
 Ενίσχυση ΣυστημικώνΑνισοτήτων: Τα στερεότυπα μπορούν να ενισχύσουν τις συστημικές
ανισότητες και τις διαρθρωτικές ανισότητες που υφίστανται σε μια κοινωνία. Εάν ένα
σύστημα είναι διάτρητο από προκαταλήψεις και στερεότυπα, τότε αυτό μπορεί να ενισχύσει τις ανισότητες που ενυπάρχουν σε αυτό.
 Όλα αυτά τα στοιχεία ενισχύουν τη δυνατότητα των στερεοτύπων να δημιουργήσουν
διακρίσεις και ανισότητα σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Η κατανόηση και η
αντιμετώπιση αυτών των στερεοτύπων είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση μιας πιο
δίκαιης και ισότιμης κοινωνίας.


Πώς διαμορφώνονται τα
στερεότυπα;
Τα στερεότυπα διαμορφώνονται μέσω διαφόρων διαδικασιών και παραγόντων. Αυτοί οι
παράγοντες μπορεί να είναι κοινωνικοί, πολιτισμικοί, προσωπικοί και περιβαλλοντικοί.
 Κοινωνική Επιρροή: Τα στερεότυπα μπορεί να διαμορφωθούν μέσω της κοινωνικής
επίδρασης, δηλαδή των αντιλήψεων και των αξιών που επικρατούν σε μια κοινωνία ή
μια ομάδα ατόμων. Έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται οι διάφορες
ομάδες ατόμων στα μέσα ενημέρωσης, στην πολιτική και στην κοινωνική συζήτηση.
 Πολιτιστικές Πρακτικές: Τα στερεότυπα επίσης διαμορφώνονται από τις πολιτιστικές
πρακτικές και τις παραδόσεις μιας κοινωνίας.
 Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: Οι εικόνες, οι ιστορίες και οι αναπαραστάσεις που
βλέπουμε στα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν επίσης μεγάλη επίδραση στη
διαμόρφωση των στερεοτύπων. Η εμφάνιση συγκεκριμένων ιδεαλιστικών προτύπων
ομορφιάς σε ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα, διαφημίσεις και περιοδικά μπορεί να
ενισχύσει τα στερεότυπα που σχετίζονται με την εμφάνιση και την ομορφιά.
 Προσωπικές Εμπειρίες: Τέλος, οι προσωπικές εμπειρίες και οι αλληλεπιδράσεις που
έχουμε με άλλους ανθρώπους επηρεάζουν επίσης τα στερεότυπα που
διαμορφώνουμε.


Η εξέλιξη των προτύπων ομορφιάς σε
διάφορους πολιτισμούς και ιστορικές περιόδους
 Αρχαίοι Πολιτισμοί:
 Στην αρχαία Αίγυπτο, η ομορφιά συνδέονταν με τη συμμετρία,
την καθαρότητα και τη νεανικότητα. Τόσο οι άνδρες όσο και οι
γυναίκες χρησιμοποιούσαν καλλυντικά εκτενώς, με το μακιγιάζ
και τα περίτεχνα χτενίσματα να υποδηλώνουν κοινωνικό status.
 Η αρχαία Ελλάδα έδινε έμφαση στη φυσική ομορφιά και την
αθλητικότητα. Το ιδανικό της ομορφιάς για τους άνδρες ήταν ένα
γυμνασμένο με καλές αναλογίες σώμα, ενώ για τις γυναίκες,
ήταν το συμμετρικό καθαρό πρόσωπο και σώμα με καμπύλες
και λεπτή μέση.
 Στην αρχαία Κίνα, τα πρότυπα ομορφιάς επηρεάστηκαν από τον
Κομφουκιανισμό και τον Ταοϊσμό, εμπλουτίζοντας την
εσωτερική ομορφιά, τη σεμνότητα και την αρμονία με τη φύση.
Η καθαρή επιδερμίδα, τα λεπτά χαρακτηριστικά και τα μακριά, μαύρα μαλλιά θεωρούνταν ελκυστικά για τις γυναίκες

 

Μεσαίωνας και Αναγέννηση στην
Ευρώπη:
 Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, τα
ιδεώδη ομορφιάς συχνά συνδέονταν με την
αγνότητα και την πνευματικότητα. Χλωμή
επιδερμίδα, παστέλ χρώματα και ένα
στρογγυλεμένο σχήμα θεωρήθηκαν επιθυμητά για
τις γυναίκες, αντανακλώντας μια ζωή πολυτέλειας
και πλούτου.
 Η περίοδος της Αναγέννησης είδε την αναβίωση του
ενδιαφέροντος για τα κλασικά ιδανικά ομορφιάς
από την αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Οι καλλιτέχνες
τιμούν το ανθρώπινο σώμα σε πίνακες και γλυπτά,
επικεντρωμένοι στην αναλογία, τη συμμετρία και
τη φυσική ομορφιά.


Αποικιοκρατία και Βικτωριανή
Εποχή
 Η εποχή της αποικιοκρατίας έφερε τα ευρωπαϊκά πρότυπα
ομορφιάς σε διάφορα μέρη του κόσμου, επιβάλλοντας
συχνά δυτικά ιδεώδη σε αυτόχθονες πληθυσμούς. Η
ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, τα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά προσώπου και τα ίσια μαλλιά έγιναν επιθυμητά για πολλές
από τις αποικιακές κοινότητες.
 Στη βικτωριανή εποχή, τονίστηκαν η σεμνότητα και ο
συντηρητισμός, με τους κορσέδες και άλλα περιοριστικά
ρούχα να διαμορφώνουν τα σώματα των γυναικών
σύμφωνα με στενά πρότυπα ομορφιάς. Η ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, τα τονισμένα χείλη και η συνεσταλμένη
συμπεριφορά θεωρούνταν ποθητά.


Εικοστός Αιώνας και Έπειτα:
 Στις αρχές του εικοστού αιώνα εμφανίστηκαν νέα πρότυπα
ομορφιάς, επηρεασμένα από το Χόλυγουντ και τον κόσμο
της μόδας. Η λεπτή φιγούρα έγινε όλο και πιο επιθυμητή
για τις γυναίκες, ενώ για τους άνδρες, η ιδανική ομορφιά
περιλάμβανε ένα καλοδιατηρημένο, μυώδες σώμα.
 Τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια αυξανόμενη αναγνώριση
της ποικιλομορφίας στην ομορφιά, με κινήματα που
υποστηρίζουν τη θετικότητα στην εικόνα σώματος, την
συμπερίληψη και την αντιπροσωπευτική αναπαράσταση
διαφόρων εθνοτήτων, τύπων σωμάτων και ταυτοτήτων
φύλου.
 Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν παίξει σημαντικό
ρόλο στη διαμόρφωση των σύγχρονων προτύπων ομορφιάς, με influencers και διάσημους να επηρεάζουν τις
τάσεις και την αντίληψη της ομορφιάς σε όλο τον κόσμο.

Η εξέλιξη των στερεοτύπων
ομορφιάς στη σύγχρονη κοινωνία
 Οι διαφημίσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εξακολουθούν
να διαμορφώνουν ένα ιδανικό πρότυπο ομορφιάς,
παρουσιάζοντας συχνά τα μοντέλα και τους διάσημους με τέτοιο
τρόπο που να ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα φυσικά
χαρακτηριστικά και πρότυπα.
 Οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα κοινωνικά δίκτυα επίσης
διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην συνολική εικόνα των
στερεοτύπων ομορφιάς, καθώς οι χρήστες εκθέτονται σε διαρκή
ροή εικόνων και προτύπων.
 Η τεχνολογία, όπως η επεξεργασία εικόνας και οι εφαρμογές
κοινωνικών μέσων, έχει δώσει τη δυνατότητα σε πολλούς
ανθρώπους να δημιουργούν μια επιτυχημένη εικόνα του εαυτού
τους που ανταποκρίνεται σε ιδανικά ομορφιάς. Η δυνατότητα να
επεξεργαστεί κανείς τις φωτογραφίες του ή να χρησιμοποιήσει
φίλτρα στα κοινωνικά μέσα μπορεί να δημιουργήσει μια
παραμορφωμένη εικόνα του τι είναι αισθητικά ελκυστικό.


Η εξέλιξη των στερεοτύπων
ομορφιάς στη σύγχρονη κοινωνία
 Οι προσπάθειες για αναγνώριση της πολυμορφίας και της
συμπερίληψης στην ομορφιά έχουν αυξηθεί. Οι διαφημιστικές
καμπάνιες και οι μάρκες προσπαθούν να συμπεριλάβουν μια
ευρύτερη γκάμα σωματότυπων, εθνοτήτων και φύλων.
 Η αναπαράσταση ατόμων με διαφορετικά χαρακτηριστικά
ομορφιάς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα κοινωνικά
δίκτυα βοηθά στην προώθηση της αυτοπεποίθησης και της
αποδοχής της διαφορετικότητας.
 Οι συζητήσεις για την υγεία και την ευημερία έχουν αρχίσει να
διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των
στερεοτύπων ομορφιάς. Οι άνθρωποι αναζητούν πλέον όχι μόνο
μια καλή εικόνα και εμφάνιση, αλλά και τη φυσική τους υγεία
και ευημερία.
 Κινήματα όπως το "body positivity" έχουν ενισχύσει την αυτοπεποίθηση και την αποδοχή των διαφορετικών τύπων
σώματος. Αυτές οι πρωτοβουλίες προάγουν το μήνυμα ότι η
ομορφιά δεν πρέπει να περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο
ιδανικό, αλλά να έχει ποικιλία και πολλές μορφές .


Οι αρνητικές επιπτώσεις των
στερεοτύπων ομορφιάς
 Χαμηλή Αυτοεκτίμηση: Οι ατομικές ανασφάλειες που προκύπτουν από τη σύγκριση με τα
ιδανικά ομορφιάς μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη
αυτοπεποίθησης.
 Κοινωνική Απομόνωση: Οι άνθρωποι που νιώθουν ότι δεν ανταποκρίνονται στα καθορισμένα
πρότυπα ομορφιάς μπορεί να αισθάνονται απομονωμένοι και αποκλεισμένοι από την
κοινωνία.
 Ψυχολογικά Προβλήματα: Η συνεχής πίεση να ανταποκριθούμε σε ομορφιά ιδανικά μπορεί
να οδηγήσει σε ψυχολογικά προβλήματα, όπως άγχος, κατάθλιψη και οι διατροφικές
διαταραχές.
 Εργασιακές Διακρίσεις: Σε ορισμένους τομείς, όπως η μόδα, η ψυχαγωγία και τα μέσα
επικοινωνίας, οι άνθρωποι με συγκεκριμένα φυσικά χαρακτηριστικά ενδέχεται να έχουν
περισσότερες ευκαιρίες στον επαγγελματικό τομέα συγκριτικά με άλλους.
 Κοινωνικές Διακρίσεις: Τα στερεότυπα ομορφιάς μπορούν να επηρεάσουν τις κοινωνικές
δυναμικές, δημιουργώντας κοινωνικές ιεραρχίες βασισμένες στην εικόνα και την εξωτερική
εμφάνιση.
 Προώθηση και εύνοια προς τα άτομα που αντιστοιχούν στα ιδανικά ομορφιάς, ενώ άλλοι
μπορεί να αντιμετωπίζονται με διάκριση λόγω της απόκλισής τους από αυτά τα πρότυπα.
Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα ανισότητας και αδικίας, εμποδίζοντας τους ανθρώπους να
αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους και να αισθανθούν αποδεκτοί στην κοινωνία.


Η αυτοαποδοχή και η πολυμορφία
Αυτοαποδοχή:
 Η αυτοαποδοχή αναφέρεται στην ικανότητα να αποδεχόμαστε τον εαυτό μας, τις αδυναμίες μας και τις διαφορές μας χωρίς να αναζητούμε διαρκώς επιβεβαιώσεις από
άλλους ή να επιδιώκουμε την προσαρμογή σε εξωτερικά πρότυπα ή προσδοκίες.
 Η αυτοαποδοχή είναι σημαντική για την ανάπτυξη υγιών σχέσεων με τον εαυτό μας και τους άλλους, καθώς και για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της ευτυχίας.
Πολυμορφία:
 Η πολυμορφία αναφέρεται στην ποικιλομορφία και την ανοχή προς τις διαφορετικές
εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης, συμπεριλαμβανομένων των διαφορετικών
εικόνων, ταυτοτήτων, πεποιθήσεων και προτιμήσεων.
 Η πολυμορφία ενισχύει την ανεκτικότητα και την κατανόηση στην κοινωνία,
δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι νιώθουν ελεύθεροι να εκφράζουν
τον εαυτό τους χωρίς φόβο κριτικής ή κατακραυγής.
Συνολικά, η αυτοαποδοχή και η πολυμορφία συμβάλλουν στη δημιουργία μιας πιο
ανοιχτής και συμπεριληπτικής κοινωνίας, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ζουν και να
εργάζονται με αυθεντικότητα και ελευθερία. Επιπλέον, η ανάπτυξη μιας κουλτούρας που
ενθαρρύνει την αυτοαποδοχή και την πολυμορφία μπορεί να συμβάλει στην
αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων των στερεοτύπων ομορφιάς και στην
προαγωγή της ψυχολογικής και κοινωνικής ευημερίας.


Η προώθηση μιας θετικής εικόνας του σώματος και της αυτοεκτίμησης
είναι ζωτικής σημασίας για την ευημερία και την ψυχική υγεία του ατόμου
 Ενημέρωση και Παιδεία: Η εκπαίδευση του κοινού σχετικά με την ποικιλομορφία της
εικόνας σώματος και την υγιή σχέση με τη διατροφή, την άσκηση και την ψυχική ευεξία είναι βασική. Η ενίσχυση της συνειδητοποίησης περί ρεαλιστικής ομορφιάς
πέρα από τα ιδανικά που προβάλλονται στα μέσα ενημέρωσης είναι κρίσιμη.
 Προώθηση της Αυθεντικότητας: Η κουλτούρα που ενθαρρύνει την αυθεντικότητα και
την αυτοπεποίθηση είναι σημαντική για την αυτοεκτίμηση. Η αναγνώριση και η
εκτίμηση των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιστοριών κάθε ατόμου ενισχύει την
θετική εικόνα του εαυτού του.
 Προώθηση της Διαφορετικότητας: Η αναγνώριση και η αποδοχή της πολυμορφίας σε
όλα τα σχήματα της ομορφιάς είναι κρίσιμη. Η προώθηση της ιδέας ότι κάθε σώμα
είναι όμορφο με τον δικό του τρόπο ενισχύει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση.
 Εκσυγχρονισμός των Διαφημίσεων και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: Οι
διαφημίσεις και τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να παίξουν κρίσιμο ρόλο στην
προώθηση της θετικής εικόνας του σώματος. Η αναπαράσταση πραγματικών
σωμάτων και η προβολή ποικίλων μορφών συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο υγιούς κσι θετικού περιβάλλοντος.

Η αυτογνωσία και η αυτοκριτική είναι δύο σημαντικές
διαδικασίες που σχετίζονται με την ανάλυση και την
αντίληψη του εαυτού.


Αυτογνωσία:
 Η αυτογνωσία αναφέρεται στην ικανότητα να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, τις
σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας και τις πράξεις μας με βάση την αντίληψη του πώς
μας βλέπουν οι άλλοι.
 Η αυτογνωσία εμπλουτίζει την αυτοεπίγνωση και επιτρέπει στο άτομο να αντιληφθεί
τις δυνατότητές του, τα όριά του, τα ενδιαφέροντά του και τις αδυναμίες του με
σαφήνεια.


Αυτοκριτική:
 Η αυτοκριτική είναι η ικανότητα να αξιολογήσουμε κριτικά τον εαυτό μας και τις
ενέργειές μας, αναγνωρίζοντας τις θετικές και τις αρνητικές πτυχές μας με
αντικειμενικότητα.
 Η αυτοκριτική μπορεί να οδηγήσει στην αυτοβελτίωση και την ανάπτυξη, καθώς
αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες μας μπορούμε να εργαστούμε πάνω τους και να
βελτιωθούμε.
Και οι δύο αυτές διαδικασίες είναι σημαντικές για την προσωπική ανάπτυξη και την
αυτοεξέλιξη. Η αυτογνωσία μας βοηθά να γνωρίσουμε τον εαυτό μας βαθύτερα, ενώ η
αυτοκριτική μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε και να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά και τις
επιδόσεις μας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η υγιής αυτογνωσία και
αυτοκριτική απαιτούν ισορροπία και αντικειμενικότητα, και όχι υπερβολική αυτοκριτική ή
αρνητική εκτίμηση του εαυτού

Κίνητρα, επίτευξη στόχων και ανάγκες


«Ποτέ δε χάνω. Είτε κερδίζω είτε μαθαίνω» Νέλσον Μαντέλα
«Αρκετοί από εμάς, δεν ζούμε τα όνειρά μας, γιατί ζούμε τους φόβους μας» Les Brown
«Η καλύτερη στιγμή να φυτέψουμε ένα δέντρο ήταν πριν 20 χρόνια. Η δεύτερη καλύτερη
στιγμή είναι τώρα». Κινεζική παροιμία


Κίνητρο είναι οτιδήποτε υποκινεί, κινεί, ωθεί, ή παρασύρει σε δράση το άτομο. Τα κίνητρα
είναι μια ψυχολογική διαδικασία η οποία διεγείρει, κατευθύνει και διατηρεί μια συμπεριφορά
προς ένα στόχο. Αποτελούν τις αιτίες που κρύβονται πίσω από τις πράξεις και τις αποφάσεις
μας και μπορούν να ποικίλουν ανάλογα με την κάθε κατάσταση ή το πρόσωπο.
Τα κίνητρα μπορεί να ομαδοποιηθούν με διάφορους τρόπους:
• εσωτερικά (πηγάζουν από το εσωτερικό του ατόμου, όπως οι προσωπικές φιλοδοξίες,
οι αξίες, οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες και οι στόχοι
ή εξωτερικά (προέρχονται από παράγοντες εκτός του ατόμου, όπως οι κοινωνικές
προσδοκίες, οι ανάγκες ή οι πιέσεις από τους άλλους.)
• βιολογικά, ενδοατομικά, γνωστικά, κοινωνικά
• κίνητρα επίτευξης ή αποφυγής της αποτυχίας (Η επιθυμία να αποφευχθεί η αρνητική
κριτική ή η αποδοκιμασία από άλλους ή η ανησυχία για τις δυσάρεστες συνέπειες της
αποτυχίας, όπως η απώλεια ευκαιριών ή η απώλεια της αυτοεκτίμησης, μπορεί να
ενθαρρύνει ένα άτομο να αποφύγει την αποτυχία και να επιδιώξει την επιτυχία.)
• κίνητρα με κριτήριο την αυτοαποτελεσματικότητα (Το επίπεδο κινητοποίησης των
ατόμων βασίζεται περισσότερο στις αντιλήψεις τους παρά στο τι πραγματικά ισχύει.)
• κίνητρα μάθησης και κίνητρα απόδοσης (ένα άτομο μπορεί να έχει κίνητρα μάθησης
όταν δείχνει το ενδιαφέρον του για ένα θέμα ή θέλει να αποκτήσει γνώσεις για αυτό,
ενώ ταυτόχρονα να έχει κίνητρα απόδοσης όταν προσπαθεί να πετύχει υψηλό βαθμό
ή αναγνώριση από τους άλλους.
• κίνητρα αυτοπραγμάτωσης (Η επιθυμία να βελτιωθεί κάποιος και να αναπτύξει νέες
δεξιότητες ή ικανότητες μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό κίνητρο.)
Το κίνητρο είναι ο λόγος για να σηκωθούμε το πρωί, να ξεκινήσουμε τη μέρα μας, να
εργαστούμε προς μια κατεύθυνση, να επιμείνουμε και να ολοκληρώσουμε ένα έργο. Το
κίνητρο είναι η επιθυμία να κάνουμε πράξεις που εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο σκοπό


Επίτευξη στόχων
Ένας στόχος χωρίς σχέδιο είναι απλά μια ευχή. Αντουάν ντε Σαιν-Εξπερύ, 1900-1940
Δεν είναι φυσιολογικό να ξέρουμε τι θέλουμε. Είναι ένα σπάνιο και δύσκολο ψυχολογικό
επίτευγμα. Abraham Maslow, 1908-1970
Η τραγωδία της ζωής δεν είναι να μην πετυχαίνεις τον στόχο σου. Η τραγωδία της ζωής είναι να μην
έχεις στόχο για να πετύχεις. Benjamin Mays, 1894-1984
Είναι πιο πιθανό να πετύχω τους στόχους μου:
• Όταν εστιάζω σε στόχους συγκεκριμένους, µετρήσιµους και ρεαλιστικούς.
• Όταν ορίζω στόχους χρονικά καθορισμένους: Για παράδειγμα, τι θέλω να πετύχω σε ένα
εξάμηνο, αλλά και τι πρέπει να κάνω κάθε εβδομάδα.
• Όταν ορίζω στόχους που θα τους καταγράφω διαρκώς, θα τους αξιολογώ, και θα τους
επαναπροσδιορίζω όταν αυτό χρειάζεται.
• Όταν επικοινωνώ τους στόχους μου με άτομα που εμπιστεύομαι και δεσμεύομαι δημόσια να
εργαστώ προς την επίτευξή τους
• Όταν επιλέγω ένα στόχο τη φορά και προσπαθώ να επικεντρωθώ σε αυτό
• Όταν κατανοώ ότι τα κίνητρα για να πετύχω έναν στόχο συχνά έρχονται εύκολα στην αρχή,
αλλά μετά χάνουν την έντασή τους ή τείνουν να εξαφανιστούν (ενθουσιασμός → πειθαρχεία)
• Όταν επιλέγω στόχους που οδηγούν στην αυτοβελτίωση και την αυτοπραγμάτωσή μου. Π.χ. η
επίτευξή τους με κάνει καλύτερο άνθρωπο, μου προσφέρει ευτυχία

Η Πυραμίδα των Αναγκών
Η πυραμίδα του Μάσλοου είναι ένα από τα πιο γνωστά μοντέλα στον χώρο της ψυχολογίας
και περιγράφει τις ανθρώπινες ανάγκες και την ιεραρχία τους. Δημιουργήθηκε από τον
ψυχολόγο Αμερικανό Άμπραχαμ Μάσλοου τη δεκαετία του 1940. Η πυραμίδα του Μάσλοου
περιλαμβάνει πέντε επίπεδα αναγκών, τα οποία παρουσιάζονται σε μορφή ιεραρχίας, όπου
κάθε επίπεδο χρήζει ικανοποίησης πριν από την επόμενη στάδιο. Τα επίπεδα ανάγκης της
πυραμίδας του Μάσλοου είναι:
• Φυσιολογικές ή βιολογικές ανάγκες: Αυτές είναι οι βασικές ανάγκες για επιβίωση,
όπως τροφή, νερό, ύπνος και κατοικία.
• Ανάγκες ασφάλειας: Αυτές οι ανάγκες αφορούν την ασφάλεια και την προστασία
από κίνδυνους, όπως η σωματική ασφάλεια, η ασφάλεια της εργασίας και η
οικονομική ασφάλεια.
• Ανάγκες του ανήκειν: Αυτές οι ανάγκες αφορούν την αγάπη, την αναγνώριση και το
να ανήκει σε κοινότητες και ομάδες.
• Ανάγκες αυτοεκτίμησης: Αυτές οι ανάγκες αφορούν την εκτίμηση του εαυτού, την
αυτοπεποίθηση, την αναγνώριση των επιτευγμάτων και την επίτευξη προσωπικών
στόχων.
• Ανάγκες αυτοπραγμάτωσης: Το υψηλότερο επίπεδο της πυραμίδας αφορά την
αυτοπραγμάτωση, την αυτοεκπλήρωση και την προσωπική εξέλιξη. Περιλαμβάνει την
επίτευξη του πλήρους δυναμικού ενός ατόμου, την δημιουργικότητα, την
αυτοπραγμάτωση και την εμβάθυνση της καθημερινής ζωής.
Η πυραμίδα του Μάσλοου προτείνει ότι όσο ικανοποιούνται οι χαμηλότερες ανάγκες, τόσο
πιο πιθανό είναι να επικεντρωθεί κανείς στις υψηλότερες ανάγκες της πυραμίδας. Επίσης,
προτείνει ότι η ιεραρχία αυτών των αναγκών είναι σημαντική για την κατανόηση του
ανθρώπινου συμπεριφοράς και τη διαδικασία αυτοεκπλήρωσης

Τα κίνητρα και οι ανάγκες των πελατών/ισσών για αισθητική φροντίδα
Οι πελάτες/ισσες αναζητούν αισθητική φροντίδα για πολλούς λόγους, που συνήθως
σχετίζονται με τις ανάγκες τους για αυτοφροντίδα, ευεξία και αυτοέκφραση. Αυτά τα κίνητρα
και οι ανάγκες μπορούν να ποικίλουν ανάλογα με το άτομο, αλλά ορισμένα κοινά θέματα
περιλαμβάνουν:
1. Αυτοεκτίμηση και Αυτοπεποίθηση:
• Πολλοί άνθρωποι αναζητούν αισθητική φροντίδα για να βελτιώσουν την εμφάνισή
τους και να αισθανθούν πιο όμορφα και με περισσότερη αυτοπεποίθηση.
• Η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης μέσω της αισθητικής φροντίδας μπορεί να έχει θετικό
αντίκτυπο στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή τους.
2. Ευεξία και Χαλάρωση:
• Οι πελάτες αναζητούν συχνά αισθητική φροντίδα ως έναν τρόπο να ξεφύγουν από το
άγχος και το στρες της καθημερινότητας.
• Η εμπειρία σε σπα ή κέντρα αισθητικής μπορεί να προσφέρει χρόνο αφιερωμένο στον
εαυτόν τους και να βοηθήσει στην επαναφορά της εσωτερικής κατάστασης ηρεμίας
και γαλήνης.
3. Περιποίηση του Εαυτού και αυτοφροντίδα:
• Η αισθητική φροντίδα αποτελεί σημαντικό μέρος της ρουτίνας περιποίησης για
πολλούς ανθρώπους.
• Συμπεριλαμβάνει τη φροντίδα του δέρματος, των μαλλιών, των νυχιών και άλλων
πτυχών της εμφάνισης, καθώς και την υιοθέτηση υγιεινών συνηθειών όπως η
διατροφή και η άσκηση.
4. Εικόνα και Κοινωνικό Στάτους:
• Η αισθητική φροντίδα μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη κοινωνικού στάτους ή
προσωπικής επιτυχίας.
• Οι πελάτες μπορεί να επιθυμούν να εμφανίζονται πιο φροντισμένοι και ευημερούντες
σε κοινωνικές και επαγγελματικές καταστάσεις.
5. Ειδικές Ανάγκες:
• Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων
επιδερμίδας όπως η ακμή, οι ρυτίδες ή η υπερβολική τριχοφυΐα.
• Η αισθητική φροντίδα μπορεί επίσης να προσφέρει λύσεις για επαναφορά της
επιδερμίδας μετά από τραυματισμούς ή παθήσεις.

Καθένα από αυτά τα στοιχεία παίζει σημαντικό ρόλο στην αίτια πίσω από την αναζήτηση
αισθητικής φροντίδας και προσφέρει στους επαγγελματίες του χώρου την ευκαιρία να
προσφέρουν εξατομικευμένες υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται σε αυτές τις ανάγκες. Είναι
σημαντικό για τους επαγγελματίες της αισθητικής να κατανοήσουν αυτά τα κίνητρα και
ανάγκες πελατών για να προσφέρουν τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες και εμπειρίες. Αυτό
μπορεί να περιλαμβάνει προσαρμοσμένα πακέτα περιποίησης, συμβουλές για τη διατροφή
και την άσκηση, καθώς και τη χρήση των πιο σύγχρονων τεχνολογιών και προϊόντων για τα
αποτελέσματα που αναζητούν οι πελάτες/ισσες. Μέσω αυτής της εξατομικευμένης
προσέγγισης, οι επαγγελματίες της αισθητικής μπορούν να δημιουργήσουν μια θετική
εμπειρία για τους πελάτες/ισσες τους και να βοηθήσουν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και
της ευεξίας του

Ψύχωση


 Η ψύχωση ή ψυχωσική διαταραχή είναι ψυχιατρική πάθηση που περιγράφει μια
νοητική κατάσταση συνυφασμένη επί μακρόν
με ψευδαισθήσεις, παραλήρημα και συνεχή
νοητική έκπτωση.
 Στους ασθενείς που πάσχουν από ψύχωση
προκαλείται νοητική εξασθένηση, επέρχεται
κοινωνική απόσυρση και αυξάνεται ο κίνδυνος
αυτοκτονίας λόγω των παραισθήσεων,
αυταπατών και διαταραχών στη σκέψη. Η
ψύχωση χαρακτηρίζεται επιπροσθέτως από
ανοργάνωτη συμπεριφορά, διαταραχή στο λόγο
και κατατονία.


Είδη ψυχώσεων
Διαταραχές με ψυχωτικά συμπτώματα:
 Σχιζοφρένεια
 Ψυχοσυναισθηματική διαταραχή και άλλοι υπότυποι της
σχιζοφρένειας
 Οξείες και παροδικές ψυχωσικές διαταραχές
 Διπολική διαταραχή(παλαιότερα γνωστή και ως
μανιοκατάθλιψη)
 Μείζονα καταθλιπτική διαταραχή με ψυχωσικά χαρακτηριστικά
 Ψύχωση μετά τον τοκετό – μια σοβαρή μορφή της
επιλόχειας κατάθλιψης
 Ψύχωση που προκαλείται από ουσίες (όπως το αλκοόλ,
ορισμένα παράνομα ναρκωτικά και κάποια
συνταγογραφούμενα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων
των στεροειδών και των διεγερτικών)


Είδη ψυχώσεων
Η ψύχωση μπορεί επίσης να είναι δευτερεύον
σύμπτωμα σε άλλες διαταραχές και ασθένειες:
 Όγκος, ή κύστη στον εγκέφαλο
 Άνοια (π.χ. νόσος Αλτσχάιμερ)
 Νευρολογικές ασθένειες, όπως η νόσος του
Πάρκινσον και η νόσος του Ηuntington
 AIDS/HIV και άλλες μολύνσεις που μπορούν να
επηρεάσουν τον εγκέφαλο
 Ορισμένοι τύποι επιληψίας
 Εγκεφαλικό επεισόδιο


Αίτια
Τα αίτια της εμφάνισης της ψύχωσης προκαλούνται από:
 Παθολογικές αλλαγές στη δομή και τη χημεία του εγκεφάλου με
συνεπακόλουθες βλάβες στην εγκεφαλική λειτουργία
(οργανικά).
 Γενική ψυχιατρική κατάσταση ή γενετική προδιάθεση. Η
σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή αποδίδονται σε κοινά
γενετικά αίτια. Το άγχος, η αγωνία και η κατάθλιψη μπορούν να
προκαλέσουν ψύχωση. Η υποβόσκουσα ψυχιατρική κατάσταση
επηρεάζει το είδος της ψυχωσικής διαταραχής. Κάποιος με διπολική διαταραχή είναι πιθανόν να παρουσιάσει αυταπάτες
μεγαλείου, ενώ κάποιος με κατάθλιψη ή σχιζοφρένεια είναι
πιθανό να παρουσιάσει αυταπάτες καταδίωξης.
 Γενική ιατρική κατάσταση, ορμόνες/ύπνος ή ουσίες. Η επιλόχεια
ψύχωση εμφανίζεται πολύ σύντομα μετά τον τοκετό και
πιθανολογείται σε αλλαγές στα επίπεδα των ορμονών και σε
διαταραχές του ύπνου. Κατάχρηση ουσιών μπορεί να
προκαλέσει ψύχωση.


Συμπτώματα
Τα συμπτώματα της ψύχωσης συνήθως εμφανίζονται σε ηλικίες από δεκαέξι έως τριανταπέντε χρονών στο ίδιο
ποσοστό σε άντρες και γυναίκες - αν και στους άντρες ξεκινά ηλικιακά λίγο νωρίτερα- επίσης το βεβαρημένο
οικογενειακό ιστορικό με ψυχικά νοσήματα είναι παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης της
ψύχωσης. Όταν πρωτοεμφανιστεί η ψύχωση είναι δύσκολο να καθοριστεί η αιτία.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν σύμφωνα με το DSM V:
 Παραληρηματικές ιδέες
 Ψευδαισθήσεις (Το άτομο ακούει, βλέπει, μυρίζει, γεύεται ή αισθάνεται πράγματα που δεν υπάρχουν. )
 αποδιοργανωμένο λόγο (Συχνά παραληρηματικό ή ακατανόητο. Το άτομο μπορεί να μεταπηδά συνεχώς
μεταξύ άσχετων θεμάτων ενώ μιλά, δημιουργώντας συνδέσεις που φαίνονται παράλογες σε άλλους
ανθρώπους.
 ιδιαίτερα αποδιοργανωμένη ή κατατονική συμπεριφορά
Τα πιο ήπια, αρχικά συμπτώματα της ψύχωσης μπορεί να περιλαμβάνουν:
 Αισθήματα καχυποψίας
 Διαστρεβλωμένες αντιλήψεις
 Κατάθλιψη και τάσεις αυτοκτονίας
 Έμμονες σκέψεις
 Προβλήματα ύπνου
 δυσκολία στην λήψη αποφάσεων
 μειωμένη ανοχή στο στρες
 παραμέληση της αυτοφροντίδας


Ψευδαισθήσεις και παραληρήματα
Οι ακόλουθες ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι κοινές σε άτομα με
σχιζοφρένεια:
 Το άτομο ακούει φωνές που του μιλούν, συχνά με αρνητικό
τρόπο
 Μια φωνή που περιγράφει και σχολιάζει όσα κάνει ο ασθενής
 Μια φωνή που επαναλαμβάνει αυτό που σκέφτεται ο ασθενής
Παραδείγματα από ψυχωσικά παραληρήματα:
 Παρανοϊκές ψευδαισθήσεις: Αυτές μπορεί να κάνουν το άτομο
με ψύχωση να είναι αδικαιολόγητα καχύποπτο απέναντι σε
συγκεκριμένα άτομα, ή οργανισμούς, θεωρώντας πως
συνωμοτούν εναντίον του για να του προκαλέσουν βλάβη.
 Ψευδαισθήσεις μεγαλείου: Εμφανώς ψευδής, αλλά έντονη πίστη
ότι το άτομο έχει μια ιδιαίτερη δύναμη ή εξουσία (για
παράδειγμα, μπορεί να πιστεύουν ότι είναι ένας παγκόσμιος
ηγέτης).


Η αντιμετώπιση και θεραπεία της
ψύχωσης
 Η αντιμετώπιση και θεραπεία της ψύχωσης είναι πολύπλοκες και συνήθως
περιλαμβάνουν πολλαπλές προσεγγίσεις. Ας εξετάσουμε ορισμένες από αυτές:
 Φαρμακευτική Αγωγή:Τα αν τιψυχωσικά φάρμακα είναι συχνά η πρώτη γραμμή θεραπείας για την ψύχωση. Αυτά τα φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στην
αντιμετώπιση των συμπτωμάτων όπως τα παραληρήματα και οι οπτικές ή
ακουστικές ψευδαισθήσεις.
 Ψυχοθεραπεία: Η ψυχοθεραπεία, όπως η γνωσιακή θεραπεία, η παραδοσιακή
ψυχανάλυση ή η θεραπεία ομάδας, μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να
αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν τα συμπτώματά τους, καθώς και να
βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους.
 Υποστηρικτικές Θεραπείες: Άλλες μορφές ψυχοθεραπείας όπως η ψυχοεκπαίδευση, η υποστήριξη από την οικογένεια και η κοινωνική υποστήριξη
μπορούν να παρέχουν σημαντική υποστήριξη και βοήθεια στον ασθενή.
 Στήριξη με Οικονομικούς Πόρους: Οι ασθενείς με ψύχωση μπορεί να χρειάζονται πρόσβαση σε κατάλληλους ιατρικούς πόρους και φάρμακα, οπότε η οικονομική
στήριξη είναι σημαντική.
 Συνδυασμένες Προσεγγίσεις: Συνήθως, η καλύτερη προσέγγιση είναι ένας
συνδυασμός φαρμακευτικής θεραπείας, ψυχοθεραπείας και υποστηρικτών
μέτρων

 
 

Νεύρωση


 Η νεύρωση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται στη ψυχολογία για να περιγράψει ένα εύρος ψυχικών διαταραχών που προκαλούνται από
στρες και δυσαρέσκεια στην καθημερινή ζωή, αλλά δεν οδηγούν σε
σοβαρές αποκλίσεις από την πραγματικότητα ή απώλεια της επαφής με
την πραγματικότητα, όπως συμβαίνει στην ψύχωση.
 Οι νευρωσικές διαταραχές εμφανίζουν συνήθως συμπτώματα όπως ανησυχία, φοβίες, κατάθλιψη, ανασφάλεια, σωματικές ενοχλήσεις (όπως πονοκέφαλοι ή προβλήματα ύπνου), εμμονές, ή υπερβολικές
συμπεριφορές όπως η υπερβολική καθαριότητα.
 Ενώ η νεύρωση μπορεί να προκαλεί σημαντική δυσφορία και
περιορισμούς στην καθημερινή ζωή, οι άνθρωποι με νευρωσικές
διαταραχές συνήθως εξακολουθούν να διατηρούν την επαφή με την
πραγματικότητα και να λειτουργούν στην καθημερινή ζωή, αν και με
δυσκολίες.
 Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η νευρωση δεν είναι μια ενιαία
διάγνωση, αλλά μια γενική κατηγορία που περιλαμβάνει διάφορες
διαταραχές, όπως η γενικευμένη ανησυχία, οι φοβίες, η υποχόνδρια, η
διαταραχή αποφευκτικής προσωπικότητας κλπ


Αίτια
 Οι αιτίες των νευρώσεων είναι πολύπλοκες και μπορεί να διαφέρουν από άτομο σε
άτομο. Συνήθως, η νεύρωση αποτελείται από τη συνδυασμένη επίδραση πολλών
παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
 Βιολογικοί Παράγοντες: Κληρονομικότητα και γενετικοί παράγοντες μπορεί να
παίξουν ρόλο στην επιδείνωση των νευρωσικών συμπτωμάτων. Διάφορες βιολογικές
αλλαγές στην χημεία του εγκεφάλου μπορεί να συνδέονται με τις νευρώσεις.
 Ψυχολογικοί Παράγοντες: Οι συγκρούσεις, οι τραύματα, οι συναισθηματικές
δυσκολίες, οι απώλειες, οι αντιφάσεις και οι προσωπικές ανασφάλειες μπορεί να
συμβάλουν στην ανάπτυξη των νευρώσεων.
 Κοινωνικοί Παράγοντες: Οι κοινωνικές πιέσεις, οι ανασφάλειες, η οικονομική
δυσπραγία, η κοινωνική απομόνωση και οι διακρίσεις μπορεί να προκαλέσουν στρες
και να επιδεινώσουν τα συμπτώματα της νεύρωσης.
 Προσωπικοί Παράγοντες: Τα χαρακτηριστικά ιδιοσυγκρασίας, οι αδυναμίες στην
αντιμετώπιση του στρες, η δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων και η δυσκολία
στην αντιμετώπιση των προκλήσεων μπορεί να συμβάλουν στην εμφάνιση των
νευρώσεων.
 Οι νευρώσεις δεν οφείλονται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά είναι αποτέλεσμα του
συνδυασμού πολλών παραγόντων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Κατηγορίες νευρώσεων
 Οι νευρώσεις αναφέρονται σε ένα ευρύ φάσμα ψυχολογικών διαταραχών που χαρακτηρίζονται από
συναισθηματική δυσφορία και δυσλειτουργία στην καθημερινή λειτουργία του ατόμου
 Αγχώδεις Διαταραχές : Συμπεριλαμβάνουν τη γενικευμένη ανησυχία, τις φοβίες, τη διαταραχή πανικού, τη διαταραχή εντοπισμένης φοβίας κλπ
 Διαταραχές της Διάθεσης :Περιλαμβάνουν την κλινική κατάθλιψη, τη διπολική διαταραχή , δυσθυμίες κλπ
 Στεμματόμορφες Διαταραχές : Περιλαμβάνουν τη διαταραχή απόδοσης σωματικών συμπτωμάτων και τη διαταραχή σωματικής δυσμορφίας.
 Διαταραχές πρόσληψης τροφής: Συμπεριλαμβάνουν την ψυχογενή ανορεξία, τη βουλιμία και τη
διαταραχή παρορμητικού φαγητού.
 Διαταραχές Προσωπικότητας : Αυτές περιλαμβάνουν την τη διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας, παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας, οριακή διαταραχή προσωπικότητας, ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή προσωπικότητας .
 Διαταραχές Συμπεριφοράς και Διαγωγής Περιλαμβάνουν τη διαταραχή του ελλειμματικής
προσοχής και υπερκινητικότητας, τη διαταραχή αντικοινωνικής συμπεριφοράς κλπ.


Επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή
Οι νευρώσεις μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των ατόμων που τις
βιώνουν. Οι επιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι ποικίλες και να επηρεάζουν διάφορους τομείς της ζωής
του ατόμου.
 Δυσκολίες στην Καθημερινή Λειτουργία: Οι νευρώσεις μπορούν να καθιστούν δύσκολο για τα άτομα
να επιτελούν καθημερινές δραστηριότητες, όπως η εργασία, η σχολική ή πανεπιστημιακή
εκπαίδευση, η φροντίδα του σπιτιού και οι κοινωνικές δραστηριότητες.
 Ανασφάλεια και Κοινωνική Απομόνωση: Οι νευρώσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αίσθημα
ανασφάλειας, κοινωνικής απομόνωσης και δυσκολίας στην αντιμετώπιση κοινωνικών
καταστάσεων, καθώς οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται έλλειψη αυτοπεποίθησης ή φοβούνται
την κρίση των άλλων.
 Δυσκολίες στις Σχέσεις: Οι νευρώσεις μπορούν να επηρεάσουν τις προσωπικές και επαγγελματικές
σχέσεις, καθώς μπορεί να δυσκολεύουν την επικοινωνία και την ανταπόκριση στις ανάγκες των
άλλων.
 Απώλεια Ενδιαφέροντος και Απόλαυσης: Οι νευρώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια
ενδιαφέροντος για τις δραστηριότητες που παλιά προσέφεραν απόλαυση και ικανοποίηση.
 Επιπτώσεις στη σωματική υγεία: Οι νευρώσεις μπορούν να συνδέονται με σωματικά συμπτώματα
όπως πονοκέφαλοι, διαταραχές ύπνου και προβλήματα του πεπτικού συστήματος.

 
 

Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΝΔΠ χαρακτηρίζεται από έναν
υπερβολικό εγωκεντρισμό, έντονη ανάγκη για θαυμασμό και ένα έλλειμμα
ενδιαφέροντος ή συμπόνιας για τους άλλους. Οι άνθρωποι με ΝΔΠ συχνά έχουν ένα
υψηλό επίπεδο εγωκεντρισμού, αναζητούν διαρκώς θετική επιβεβαίωση και έχουν
μια υπερβολική αίσθηση της σημασίας, της εξουσίας ή της ιδιαιτερότητάς τους.
Ας αναλύσουμε λίγο περισσότερο τα χαρακτηριστικά της ΝΔΠ:
 Εγωκεντρισμός και Υπεροψία: Οι άνθρωποι με ΝΔΠ έχουν μια υπερβολικά φουσκωμένη εικόνα του εαυτού τους. Θεωρούν τον εαυτό τους ως ιδιαίτερα
σημαντικούς και είναι πεπεισμένοι για την ανωτερότητά τους έναντι άλλων.
 Ανάγκη για Θαυμασμό και Επιβεβαίωση: Οι άνθρωποι με ΝΔΠ είναι συνήθως
επικεντρωμένοι στο να λαμβάνουν θετική επιβεβαίωση και θαυμασμό από
άλλους. Αυτή η ανάγκη είναι συχνά ισχυρή και μπορεί να οδηγήσει σε
απαιτητικές συμπεριφορές.


Ναρκισσιστική Διαταραχή
Προσωπικότητας
 Έλλειψη Συμπόνιας και Ενδιαφέροντος για Άλλους: Οι άνθρωποι
με ΝΔΠ συχνά έχουν μια απάθεια στα συναισθήματα των άλλων
και εκδηλώνουν λίγη ή καθόλου ενσυναίσθηση. Επικεντρώνονται κυρίως στον εαυτό τους και στις ανάγκες τους.
 Εκδήλωση άρνησης ή αγένειας απέναντι σε κριτική: Οι
άνθρωποι με ΝΔΠ συχνά αντιδρούν αρνητικά σε κριτική ή
αποτυχία, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν τις δικές τους ελλείψεις
ή να αναλάβουν ευθύνες για αποτυχίες.
 Χρησιμοποιούν τους άλλους για την επίτευξη των στόχων τους: Μπορεί να εκμεταλλεύονται ή να χειρίζονται άλλους για να
επιτύχουν τους δικούς τους στόχους ή να ανταποκριθούν στις
δικές τους ανάγκες.
Η ΝΔΠ μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις, την
εργασία και την ψυχολογική ευημερία του ατόμου


Μελέτη περίπτωσης


 Περίπτωση: Ελένη, 28 ετών
 Συνοπτική Περιγραφή:
 Η Ελένη είναι μια 28χρονη γυναίκα που εργάζεται σε μια διαφημιστική εταιρεία. Είναι πολύ όμορφη, κοινωνική και εκδηλωτική. Έχει μια εντυπωσιακή εξωτερική εμφάνιση
και είναι επικεφαλής στον χώρο της εργασίας της. Ωστόσο, η Ελένη έχει τάσεις να
ανησυχεί υπερβολικά για την εικόνα της και να εξαρτάται από την έγκριση των άλλων
για την αυτοεκτίμησή της.
 Ιστορικό:
 Από μικρή ηλικία, η Ελένη ήταν πολύ δημοφιλής και επικεντρωμένη στην εξωτερική
της εμφάνιση. Λάμβανε συνεχή θετική ανάδραση για την εμφάνισή της, αλλά επίσης έμαθε να εξαρτάται από αυτή για την αυτοεκτίμησή της.
 Συμπτώματα:
 Υπερβολική ανησυχία για την εξωτερική εμφάνιση και την αίσθηση της εικόνας της.
 Απότομες αλλαγές στη διάθεση ανάλογα με την εμφάνισή της.
 Ανάγκη για συνεχή έγκριση και επιβεβαίωση από τους άλλους.
 Προσπάθεια να κρατήσει μια άψογη εξωτερική εμφάνιση σε όλες τις καταστάσεις.



Διάγνωση:
Βασιζόμενη στα παραπάνω συμπτώματα και την ιστορία της,
η Ελένη πιθανότατα πάσχει από Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας.
Αντιμετώπιση:
 Η αντιμετώπιση της ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας στην περίπτωση της Ελένης θα
περιλαμβάνει πιθανώς ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις,
όπως η γνωστική ψυχοθεραπεία ή η ψυχοδυναμική θεραπεία, με στόχο την αντιμετώπιση της υπερβολικής
ανησυχίας για την εικόνα της και την εξάλειψη της
εξάρτησης από την έγκριση των άλλων για την
αυτοεκτίμησή της.

Διαταραχή σωματικής
δυσμορφίας
 Η διαταραχή σωματικής δυσμορφίας είναι μια σοβαρή ψυχική διαταραχή όπου οι ασθενείς εστιάζουν υπερβολικά σε
φανταστικές ή υπάρχουσες ατέλειες στην εμφάνισή τους.
Πιστεύουν ότι οι «ατέλειες» αυτές δείχνουν άσχημες, αποκρουστικές, αφύσικες ή παραμορφωμένες
Οι εκλαμβανόμενες αυτές ατέλειες μπορεί να εντοπίζονται από το
άτομο σε διάφορα σημεία του σώματός του όπως:
 Στο δέρμα (π.χ. εκλαμβανόμενη ακμή, γραμμές έκφρασης ή/και
ρυτίδες στο πρόσωπο, χλομάδα)
 Στις τρίχες του σώματος (π.χ. εκλαμβανόμενη αραίωση ή λεπτά
μαλλιά, «υπερβολική» τριχοφυΐα στο σώμα ή στο πρόσωπο)
 Σε άλλα σημεία της εξωτερικής εμφάνισης (π.χ. τα μάτια, τα
δόντια, το βάρος, το στομάχι, το στήθος, τα πόδια, το μέγεθος ή
το σχήμα του προσώπου, τα χείλη, το πιγούνι, τα φρύδια, τα
γεννητικά όργανα)


Μελέτη περίπτωσης
Περίπτωση:
 Η Μαρία, μια νεαρή γυναίκα 25 ετών, έρχεται στην κλινική με παράπονα για την
εμφάνισή της. Αν και φαίνεται υγιής και περιποιημένη, η Μαρία αναφέρει ότι νιώθει
ότι το πρόσωπό της είναι "απαίσιο" και πως κάθε φορά που βλέπει τον εαυτό της στον
καθρέφτη, αισθάνεται θλίψη και απογοήτευση.
 Η Μαρία εστιάζει συχνά στο σχήμα της μύτης της, που το θεωρεί πολύ μεγάλο και
ασύμμετρο. Παρόλο που η μύτη της είναι απόλυτα φυσιολογική σε μέγεθος και σχήμα,
η Μαρία επιμένει ότι αυτή η "ατέλεια" καταστρέφει την εμφάνισή της και την καθιστά
ανεπιθύμητη.
 Οι σκέψεις της Μαρίας σχετικά με την εμφάνισή της την επηρεάζουν σε καθημερινή
βάση. Δυσκολεύεται να απολαύσει κοινωνικές δραστηριότητες, αποφεύγοντας συχνά
τις κοινωνικές συναναστροφές. Αποφεύγει τις φωτογραφίες και τις κοινωνικές
περιστάσεις όπου θα πρέπει να είναι σε πρώτο πλάνο, φοβούμενη ότι η εμφάνισή της
θα γίνει αντικείμενο σχολίων.
Διάγνωση:
 Με βάση τα συμπτώματα και τα παράπονά της, η Μαρία διαγνώστηκε με διαταραχή
σωματικής δυσμορφίας σύμφωνα με τα κριτήρια του Διαγνωστικού και Στατιστικού
Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5).


Θεραπεία:
 Η θεραπεία της Μαρίας περιλαμβάνει συνήθως συνδυασμό ψυχοθεραπείας και
φαρμακευτικής αγωγής. Η συμβουλευτική της θεραπεία περιλαμβάνει κυρίως
γνωσιακού τύπου θεραπεία. η οποία επικεντρώνεται στη μείωση των
διαστρεβλωμένων σκέψεων και στην ανάπτυξη υγιών στρατηγικών αντιμετώπισης
των συμπτωμάτων. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η Μαρία μαθαίνει να
αναγνωρίζει και να αντιμετωπίζει τις διαστρεβλωμένες σκέψεις της σχετικά με την
εμφάνισή της. Με την καθοδήγηση του θεραπευτή της, εκπονεί στρατηγικές για να
αντιμετωπίζει την ανησυχία και τον φόβο που σχετίζονται με την εμφάνισή της.
 Επιπλέον, η Μαρία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όπως συνήθως επιλέγεται σε
συνδυασμό με τη γνωσιακή θεραπεία. Τα αντικαταθλιπτικα φάρμακα μπορεί να
χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν στη διαχείριση της κατάθλιψης που συχνά
συνοδεύει τη διαταραχή αυτή.


Αποτελέσματα:
 Μετά από αρκετούς μήνες θεραπείας, η Μαρία αναφέρει σημαντική μείωση της
ανησυχίας της σχετικά με την εμφάνισή της. Μπορεί πλέον να απολαμβάνει
κοινωνικές δραστηριότητες χωρίς τον φόβο της επίκρισης ή του κριτικού βλέμματος.
Οι σχέσεις της βελτιώνονται και η καθημερινή της ζωή γίνεται πιο ευχάριστη και
ικανοποιητική

Μάθηση: Βασικές μορφές μάθησης


Στην ψυχολογία, η μάθηση μελετάται ως μία διαδικασία κατά την οποία οι άνθρωποι
αποκτούν γνώσεις, δεξιότητες, συμπεριφορές και αντιλήψεις. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει
την ανάλυση των παραγόντων που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι
μαθαίνουν, όπως η προσοχή, η μνήμη, η αντίληψη, η ενίσχυση και τα κίνητρα.
Ορισμένοι τρόποι μάθησης περιλαμβάνουν:
Οπτική Μάθηση: Μάθηση μέσω οπτικών βοηθημάτων όπως γραφήματα, διαγράμματα,
διαφάνειες και βίντεο.
Ακουστική Μάθηση: Μάθηση μέσω ακρόασης, όπως διαλέξεις, συζητήσεις και podcasts.
Κιναισθητική Μάθηση: Μάθηση μέσω χρήσης του σώματος και φυσικών δραστηριοτήτων.
Μάθηση μέσω μελέτης: Μάθηση μέσω ανάγνωσης βιβλίων, άρθρων και σημειώσεων ή
γραφής συνόψεων και σημειώσεων.
Εμπειρική Μάθηση: Μάθηση μέσω άμεσης εμπειρίας και πειραματισμού.
Κοινωνική Μάθηση: Μάθηση μέσω αλληλεπιδράσεων με άλλους, όπως συζητήσεις ομάδας,
συνεργατικά έργα και ανατροφοδότηση από τους ομοίους.
Αναστοχαστική Μάθηση: Μάθηση μέσω αυτοαξιολόγησης, ανάλυσης και κριτικής σκέψης για
τις εμπειρίες και τις γνώσεις του ατόμου.

λασική εξαρτημένη μάθηση (Classical conditioning learning)

Ivan Petrovich Pavlov (1849-1936)


Ο Ivan Petrovich Pavloν υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ρώσους φυσιολόγους, ο
οποίος, μέσα στα πλαίσια της μελέτης του για τις διαδικασίες πέψης, διαμόρφωσε μια
αυστηρή μέθοδο μελέτης της συμπεριφοράς και διατύπωσε τις αρχές που διέπουν τις
διαδικασίες μάθησης, ασκώντας εντυπωσιακή επίδραση στο χώρο της ψυχολογίας.
Περίπου στην αρχή του εικοστού αιώνα, ο Pavlov μελέτησε το ρόλο της έκκρισης του σάλιου
στην πέψη των σκύλων, οι οποίοι έμειναν γνωστοί στην ιστορία της ψυχολογίας ως «σκύλοι
του Pavlov» (Pavlov's dogs). Μετά από έναν αριθμό δοκιμών, ο σκύλος άρχιζε να εκκρίνει
σάλιο πριν του δώσουν στο στόμα την τροφή του αυτό συνέβαινε όταν άκουγε το θόρυβο από
τα κυπελλάκια με το κρέας ή ακόμη κι όταν έβλεπε το συγκεκριμένο άτομο που πάντα έφερνε
την τροφή του.
Βλέποντας, λοιπόν, ο Pavlov ότι ο σκύλος αντιδρούσε εκκρίνοντας σάλιο σε ερεθίσματα εκ
πρώτης όψεως άσχετα με αυτήν καθεαυτή την τροφή, συμπέρανε ότι ο σκύλος ήταν σε θέση
να συνδέει συγκεκριμένα ερεθίσματα με την εμφάνιση και τη λήψη της τροφής του. Με άλλα
λόγια, ερεθίσματα που δεν οδηγούσαν στη συγκεκριμένη αντίδραση του σκύλου (δηλαδή την
έκκριση του σάλιου), και που γι αυτό ονομάζονται «ουδέτερα ερεθίσματα», φάνηκε ότι
προκαλούσαν την έκκριση του σάλιου λόγω του χωροχρονικού συσχετισμού τους με τη λήψη
της τροφής.
Η πειραματική διαδικασία που ακολούθησε ο Pavlov είχε ως εξής:
Ο πειραματιστής χτυπάει ένα κουδούνι, κι αμέσως μετά του προσφέρεται η τροφή του. Στο
επόμενο γεύμα του σκύλου, ο ερευνητής ξαναχτυπάει το κουδούνι και αμέσως μετά
προσφέρεται στο σκύλο το φαγητό του. Η ίδια ακριβώς διαδικασία επαναλαμβάνεται αρκετές
φορές, έως ότου ο σκύλος να εκκρίνει σάλιο μόλις ακούσει το κουδούνι και πριν του
παρουσιαστεί η τροφή του.
Μέσα από αυτό το πείραμα, ο Pavloν μπόρεσε να δείξει ότι ο σκύλος έμαθε να συσχετίζει τον
ήχο του κουδουνιού με την έλευση της τροφής του, έδειξε δηλαδή ότι ένα ουδέτερο ερέθισμα
μπόρεσε, μέσω της μάθησης, να γίνει εξαρτημένο και να επηρεάσει τη συμπεριφορά ενός
οργανισμού. Η διαδικασία αυτή ονομάστηκε από τον Pavlov κλασική εξαρτημένη
μάθηση (classical conditioning learning).
Βασικές αρχές της κλασικής εξαρτημένης μάθησης
Η θεμελιώδης αρχή της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, όπως περιγράφεται από τον ίδιο τον
Pavlov (1927), είναι η ακόλουθη:
Αν ένα ερέθισμα (π.χ. ένα κουδούνι) παρουσιάζεται την ίδια χρονική στιγμή με ένα άλλο
ερέθισμα (π.χ το φαγητό το οποίο προκαλεί αυτόματα μία αντίδραση (έκκριση σάλιου στην
προκειμένη περίπτωση), τότε το πρώτο ερέθισμα θα γίνει τελικά ικανό να προκαλεί την
αναμενόμενη αντίδραση χωpίς την παρουσίαση του δεύτερου ερεθίσματος (δηλαδή το
κουδούνι μόνο του θα προκαλεί την έκκριση του σάλιου, χωρίς την παρουσίαση του φαγητού)
.
Έτσι, το φαγητό το ονομάζουμε μη εξαρτημένο ερέθισμα (unconditioned stimulus) και την
έκκριση του σάλιου μη εξαρτημένη αντίδραση (unconditioned response). Η έκκριση του σάλιου
που προκαλείται από το χτύπημα του κουδουνιου (κι όχι από τη λήψη της τροφής στο στόμα)
ονομάζεται εξαρτημένη αντίδραση (conditioned response) και το κουδούνι έχει γίνει τώρα
εξαρτημένο ερέθισμα (conditioned stimulus) .
Στη συνέχεια, ο Pavlον παρατήρησε ότι, όταν ένα συγκεκριμένο εξαρτημένο ερέθισμα έχει
συσχετιστεί με μία εξαρτημένη αντίδραση, τότε είναι δυνατό άλλα , παρόμοια με το
πρωτότυπο, ερεθίσματα να προκαλέσουν την ίδια εξαρτημένη αντίδραση. Για παράδειγμα,
ένα κουδούνι με ελαφρώς διαφορετική τονικότητα στον ήχο του από αυτόν που παράγει το
αρχικό κουδούνι μπορεί επίσης να προκαλέσει την έκκριση του σάλιου στο σκύλο. Αυτήν
ακριβώς τη διαδικασία ο Pavlov αποκάλεσε γενίκευση (generalization).
Η διάκριση και η εξάλειψη στην κλασική εξαρτημένη μάθηση
Παράλληλα με τη διαδικασία της γενίκευσης, ο Pavlov περιέγραψε και ένα άλλο βασικό
φαινόμενο της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, τη διάκριση (discriminaton). Σύμφωνα με αυτό
το φαινόμενο, αν κάποια ουδέτερα ερεθίσματα είναι συνδεδεμένα με ένα μη εξαρτημένο
ερέθισμα και κάποια άλλα δεν είναι, τότε το ζώο θα μάθει να τα ξεχωρίζει, να τα διακρίνει
μεταξύ τους. Για παράδειγμα, αν το φαγητό παρουσιάζεται μόνο σε συσχετισμό με τον ήχο του
κουδουνιού και ποτέ με τον ήχο ενός βομβητή, τότε ο σκύλος θα μάθει να εκκρίνει σάλιο μόνο
όταν ακούει τον ήχο του κουδουνιού και όχι όταν ακούει τον ήχο του βομβητή.
Επιπροσθέτως, αν το εξαρτημένο ερέθισμα (π.χ. το κουδούνι) σταματήσει να συσχετίζεται με
το μη εξαρτημένο ερέθισμα (π.χ. την παρουσίαση του φαγητού), τότε η εξαρτημένη αντίδραση
(η έκκριση του σάλιου) σύντομα θα πάψει να εμφανίζεται, δηλαδή η αντίδραση θα εξαλειφθεί
το φαινόμενο αυτό ονομάζεται εξάλειψη/απόσβεσης (extinction). Έτσι, θα παρατηρήσουμε
ότι, μετά από μια σειρά χτυπημάτων του κουδουνιού χωρίς την ταυτόχρονη παρουσίαση της
τροφής, ο σκύλος θα εκκρίνει όλο και λιγότερο σάλιο, ενώ στο τέλος δεν θα εκκρίνει καθόλου.


Ο John B. Watson (1878-1958)
θεωρείται από πολλούς ο θεμελιωτής της ψυχολογικής προσέγγισης που ονομάζεται
«συμπεριφορισμός». Ο Watson ανέπτυξε τις απόψεις του για το συμπεριφορισμό,
προσπαθώντας να συγκροτήσει μια νέα Ψυχολογική προσέγγιση. Αυτές οι απόψεις, οι οποίες
έδιναν έμφαση στη συμπεριφορά που είναι παρατηρήσιμη και απέκλειαν την ενδοσκόπηση
και την αυτοπαρατήρηση.


Η περίπτωση του μικρού Albert
Οι σκέψεις του Pavlον σχετικά με τα κλινικά φαινόμενα επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την
εξέλιξη της σκέψης του άλλου μεγάλου θεωρητικού της κλασσικής εξαρτημένης μάθησης, του
Watson. Έτσι, αμέσως μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του με τίτλο «Η Ψυχολογία από την
οπτική γωνία ενός Συμπεριφοριστή» (Psychology from the stand point of a Behaviourist,
1919), ο Watson άρχισε να μελετά τις συναισθηματικές αντιδράσεις ενός νηπίου.
Η περίπτωση του Albert, ενός μωρού ηλικίας έντεκα μηνών, έμεινε κλασική στην ιστορία
του συμπεριφορισμού αλλά και της ψυχολογίας γενικότερα. Σε αυτή λοιπόν την έρευνα που
εκπονήθηκε το 1920, οι πειραματιστές Watson και Rayner εκπαίδευσαν ένα νήπιο να φοβάται
ζώα και αντικείμενα που πριν δεν φοβόταν. Αρχικά, οι πειραματιστές βρήκαν ότι χτυπώντας
ένα σφυρί πάνω σε μια μεταλλική μπάρα, παρήγαν έναν δυνατό ήχο που προκαλούσε μια
αντίδραση φόβου στο παιδί.
Στη συνέχεια παρατήρησαν ότι, αν χτυπούσαν το σφυρί ακριβώς πίσω από το κεφάλι του
παιδιού τη στιγμή που αυτό πλησίαζε ένα κουνέλι, τότε ο Albert εκδήλωνε το φόβο του για το
ζώο αντίδραση που δεν παρουσίαζε πριν. Μετά από επανειλημμένες δοκιμές, παρατηρήθηκε
ότι τη στιγμή που οι πειραματιστές έδειχναν το κουνέλι στο μωρό χωρίς τη συνοδεία του ήχου,
ο Albert άρχισσε να κλαίει. Οι Watson και Rayner συμπέραναν ότι στο μωρό Albert είχε
δημιουργηθεί, μέσω της μάθησης, μία εξαρτημένη συναισθηματική αντίδραση (conditioned
emotional reaction).
Αυτό που συνιστούσε την εξαρτημένη συναισθηματική απόδραση στη συμπεριφορά του
Albert ήταν το γεγονός ότι φοβόταν το κουνέλι επειδή είχε συνδέσει συναισθηματικά την
παρουσία του με το δυνατό ήχο του σφυριού. Επιπλέον, παρατηρήθηκε μια μορφή γενίκευσης
της αντίδρασης, καθώς ο Albert παρουσίαζε την ίδια συμπεριφορά, δηλαδή φόβο, ακόμα και
με αντικείμενα που απλώς έμοιαζαν με το κουνέλι.
Τέλος, παρόλο που υπήρχαν κάποιες ενδείξεις ότι η συναισθηματική αντίδραση του Albert δεν
ήταν τόσο ισχυρή όσο περίμεναν, οι Watson και Rayner κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μια
σειρά από διαφορετικές μορφές φοβιών είναι, ουσιαστικά, εξαρτημένες συναισθηματικές
αντιδράσεις οι οποίες αναπτύχθηκαν μέσα σε συνθήκες μάθησης σε δεδομένες καταστάσεις
της ζωής του ατόμου.
Πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι, παρόλο που τα πειράματα διενεργήθηκαν με ζώα,
οι συμπεριφοριστές υποστηρίζουν ότι τα συμπεράσματα που εξάγουν από αυτά μπορούν
πολύ εύκολα να εφαρμοστούν και στους ανθρώπους. Για παράδειγμα, μπορούμε να
επικαλεστούμε την περίπτωση ενός μικρού παιδιού το οποίο δαγκώνει ένας σκύλος.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Pavlov, τον Watson και τους συνεχιστές τους, είναι αναμενόμενο το
παιδί να αρχίσει να φοβάται όλα τα σκυλιά δηλαδή το παιδί θα συμπεριφερθεί κατά τέτοιο
τρόπο, ώστε να επεκτείνει το φόβο του σε όλα τα σκυλιά (φαινόμενο της γενίκευσηςgeneralization). Ας υποθέσουμε όμως ότι το παιδί, θέλοντας να χειριστεί το φόβο του, αρχίζει
να διακρίνει διάφορα είδη σκυλιών, θα αρχίσει έτσι σταδιακά να φοβάται μόνο συγκεκριμένες
ράτσες σκύλων (φαινόμενο της διάκρισης-discrimination).
Ακόμη, σύμφωνα με την προσέγγιση του Pavlov, κάνουμε την υπόθεση ότι με τον καιρό το
παιδί ενδέχεται να αποκτήσει θετικές εμπειρίες από διάφορους σκύλους και έτσι, κάποια
στιγμή, θα πάψει να δείχνει φόβο γενικά για τα σκυλιά (φαινόμενο της εξάλειψης extinction).
Με αυτό το παράδειγμα γίνεται προφανής η μεγάλης σημασίας εφαρμογή που μπορεί να έχει
η θεωρία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης για μια σειρά συναισθηματικών αντιδράσεων.


Εξαρτημένες συναισθηματικές αντιδράσεις
Μέσα στα πλαίσια των συμπεριφοριστικών προσεγγίσεων, τα φαινόμενα της γενίκευσης, της
διάκρισης και της εξάλειψης έχουν ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη μελέτη των διαδικασιών της
μάθησης, όσο και για τη μελέτη διαφόρων ψυχοπαθολογικών φαινομένων, όπως είναι για
παράδειγμα η μελέτη των νευρώσεων, καθώς και για την ανάλυση των ενδοατομικών και
διατομικών συγκρούσεων.


https://www.youtube.com/watch?v=zCVO48-v9iA
https://www.youtube.com/watch?v=W5Jn5F3av50

Συντελεστική εξαρτημένη μάθηση (Οperant conditioning learning)


Β. F. Skinner (1904-1990)
ο Skinner ανέπτυξε το ενδιαφέρον που είχε, ήδη από την εποχή που ήταν μαθητής, για τη
συμπεριφορά των ζώων, την οποία και προσπάθησε να εξηγήσει χωρίς να αναφέρεται στη
λειτουργία του νευρικού τους συστήματος. Μετά τη μελέτη των βιβλίων του Pavlov, και παρόλο
που διαφωνούσε μαζί του για τη μετάβαση από το μηχανισμό της έκκρισης του σάλιου των
σκύλων προς τις πιο σύνθετες λειτουργίες ενός οργανισμού στην καθημερινή ζωή, ο Skinner
θεώρησε ότι είχε βρει το κλειδί για την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
ο Skinner ήταν ουσιαστικά εκπαιδευτής ζώων μάθαινε δηλαδή στα ζώα, από ποντίκια μέχρι
περιστέρια, να εκδηλώνουν συγκεκριμένες συμπεριφορές σε δεδομένες χρονικές στιγμές. Αυτό
που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν το πώς μπορεί κανείς να ελέγξει και να καθοδηγήσει τη
συμπεριφορά ενός ζώου χωρίς τη βοήθεια κάποιου θεωρητικού μοντέλου μάθησης ή
πολύπλοκων κυκλικών εξηγήσεων της συμπεριφοράς, αλλά με τον απόλυτο έλεγχο του
περιβάλλοντος, έτσι ώστε να προκαλούνται προβλέψιμες και κανονιστικές αλλαγές στη
συμπεριφορά του ζώου.


Συντελεστική εξαρτημένη μάθηση
Στο μεταξύ, όπως σημειώνει και ο ίδιος, η δική του συμπεριφορά γινόταν ολοένα και πιο
εξαρτημένη από τα θετικά αποτελέσματα που του παρουσίαζαν τα ζώα με τα οποία
ασχολιόταν. Έτσι, κύριος ερευνητικός στόχος της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης, της
θεωρίας που ανέπτυξε ο Skinner, έγινε ο έλεγχος της συμπεριφοράς μέσα από το χειρισμό
των ανταμοιβών-ενισχύσεων και των τιμωριών (rewards and punishments) από το περιβάλλον
του εργαστηρίου. Ωστόσο, η εμμονή του Skinner στους νόμους της συμπεριφοράς και στην
κατασκευή μηχανημάτων τον οδήγησε πολύ μακριά από το χώρο του πειραματικού
εργαστηρίου.
Πιο συγκεκριμένα, κατασκεύασε συσκευές όπως το baby box, με σκοπό να γίνεται μηχανικά η
φροντίδα του μωρού, καθώς και μηχανές μάθησης (teaching machines) που χρησιμοποιούν
ανταμοιβές στη διδασκαλία των σχολικών μαθημάτων, σχεδίασε, επίσης, μια διαδικασία που
θα επέτρεπε στα περιστέρια να στοχεύουν σε προκαθορισμένους στόχους.
Γενικά, τόσο για όλες τις συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις όσο και ειδικά για την προσέγγιση
του Skinner, ο ακρογωνιαίος λίθος μελέτης για τη δομή της προσωπικότητας είναι η έννοια
της αντίδρασης ή απόκρισης (response). Ως αντίδραση εννοείται οποιαδήποτε μορφή
απόκρισης του οργανισμού (από μία αντανακλαστική κίνηση ή ενέργεια μέχρι πολύπλοκες
μορφές οργανωμένης συμπεριφοράς) η οποία είναι παρατηρήσιμη και μπορεί να συσχετιστεί
άμεσα ή έμμεσα με γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στο ευρύτερο περιβάλλον.
Ωστόσο, ο Skinner κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε αντιδράσεις που προκαλούνται από γνωστά
ερεθίσματα, όπως είναι το άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων όταν κάποιος φυσήξει
μπροστά στα μάτια μας, και σε αποκρίσεις που δεν μπορούν να συσχετιστούν με κανένα
ερέθισμα, αλλά προέρχονται από τον οργανισμό. Αυτές τις θεμελιώδεις μορφές συμπεριφοράς
τις αποκαλεί συντελεστικές αντιδράσεις (operants).
Η άποψή του είναι ότι τα ερεθίσματα που υπάρχουν στο περιβάλλον δεν είναι αυτά που
ωθούν ή υποκινούν τον οργανισμό να αντιδράσει, αλλά ότι, αντίθετα, ο κινητήριος μοχλός της
συμπεριφοράς είναι ο ίδιος ο οργανισμός. Σχετικά με αυτό, ο Skinner αναφέρει: Δεν
υπάρχουν ερεθίσματα στο περιβάλλον που να μπορούν να προκαλέσουν την εκδήλωση
κάποιων θεμελιωδών συμπεριφορών του ανθρώπου.
Απλώς, μερικές φορές, συμβαίνει να υπάρχουν από σύμπτωση κάποια ερεθίσματα στο
περιβάλλον. Στην ορολογία της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης, αυτές οι θεμελιώδεις
μορφές συμπεριφοράς παράγονται και ενεργοποιούνται από τον οργανισμό. Ο σκύλος
περπατάει, τρέχει και χοροπηδάει, το πουλί πετάει ο πίθηκος πηδάει από δέντρο σε δέντρο.
Το μωρό του ανθρώπου εκφέρει άναρθρες λέξεις. Σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά
εκδηλώνεται χωρίς να υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα που τη διεγείρει.
Αντίθετα, είναι μέσα στα πλαίσια της βιολογικής φύσης όλων των οργανισμών η ικανότητα να
παράγουν τέτοιες θεμελιώδεις μορφές συμπεριφοράς, τέτοιες συντελεστικές συμπεριφορές.
Αυτές οι θεμελιώδεις μορφές της συμπεριφοράς ονομάζονται, σύμφωνα με την ορολογία του
Skinner, συντελεστικές συμπεριφορές (operant behaviour).
Η ανάλυση των δυναμικών διαδικασιών που χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα, σύμφωνα με
το μοντέλο του Skinner, δεν είναι εφικτή χωρίς την έννοια του ενισχυτή ή
ενθαρρυντή (reinforcer). Ως ενισχυτής ορίζεται ένα ερέθισμα-γεγονός που έπεται μίας
συντελεστικής αντίδρασης και αυξάνει τις πιθανότητες επανεμφάνισης αυτής της αντίδρασης.
Υπάρχουν τόσο θετικοί όσο και αρνητικοί ενισχυτές. Οι μεν θετικοί συνίστανται στην
εμφάνιση ενός ευχάριστου και ενθαρρυντικού ερεθίσματος-γεγονότος μετά από μία
συγκεκριμένη αντίδραση του ατόμου, ενώ οι αρνητικοί ενισχυτές έχουν σχέση με την
απομάκρυνση ενός δυσάρεστου και συχνά επίπονου ερεθίσματος-γεγονότος.
Για παράδειγμα, για ένα περιστέρι που τσιμπάει την τροφή του μέσα από ένα δίσκο,
συμπεριφορά που είναι συντελεστική, ο θετικός ενισχυτής της αντίδρασής του είναι ακριβώς
το φαγητό που έχει μέσα ο δίσκος, και το οποίο αυξάνει την πιθανότητα να ξαναβάλει το
περιστέρι το ράμφος του μέσα στο δίσκο ενώ ένα ποντίκι που βρίσκεται μέσα σε ένα κουτί και
του χορηγούνται ηλεκτροσόκ, τα οποία λειτουργούν ως αρνητικοί ενισχυτές, θα μάθει μετά
από ορισμένες δοκιμές να πατάει το μοχλό και να σταματά τη διοχέτευση του ρεύματος.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την άποψη, ένας ενισχυτής ενδυναμώνει η συμπεριφορά προς μία
κατεύθυνση, και φαίνεται ότι για την εξήγηση αυτής της ενδυνάμωσης δεν είναι απαραίτητη η
προσφυγή σε βιολογικές ντετερμινιστικές αιτιολογήσεις. Είναι σαφές ότι ερεθίσματα που
γενικά δεν λειτουργούν ως ενισχυτές μπορούν να παίξουν το ρόλο του ενισχυτή μέσα από
συσχέτισή τους με άλλους ενισχυτές.
Ακόμη, ο Skinner και οι υποστηρικτές του πιστεύουν ότι μπορούν να υπάρξουν
και γενικευμένοι ενισχυτές (όπως π.χ. το χρήμα), οι οποίοι διευκολύνουν άμεσα την
πρόσβαση σε πολλούς άλλους και πολλών ειδών ενισχυτές. Συνεπώς, ένας ενισχυτής κρίνεται
από την ικανότητα του να επιδρά κατά τέτοιο τρόπο στη συμπεριφορά ενός οργανισμού, ώστε
να αυξάνονται οι πιθανότητες εκδήλωσης μίας συγκεκριμένης αντίδρασης.
Παρ' όλα αυτά, είναι σχετικά δύσκολο να βρεθεί ακριβώς το ερέθισμα που θα μπορούσε να
λειτουργήσει ως ενισχυτής για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, λόγω της διαφορετικότητάς του
από τους άλλους ανθρώπους. Πάντως, ένας πειραματιστής μπορεί να κατασκευάσει ενισχυτές
και με εμπειρικό τρόπο, δηλαδή με τη μέθοδο της δοκιμής και της πλάνης (trial and error).
Με βάση τις παραπάνω αρχές για το ρόλο των ενισχυτών, η προσέγγιση του Skinner φαίνεται
ότι εστιάζεται κυρίως στη μελέτη της ποιότητας των αντιδράσεων και των σχέσεων των
αντιδράσεων αυτών με τη συχνότητα και την ένταση ενίσχυσής τους, δηλαδή ενδιαφέρεται
γενικότερα για το όλο πρόγραμμα ενίσχυσης (schedule of reinforcement) των διάφορων
συμπεριφορών.


Το κουτί του Skinner
Μια απλή πειραματική επινόηση του Skinner, προκειμένου να μελετήσει αυτές ακριβώς τις
σχέσεις αντιδράσεων-ενισχυτών, ήταν το λεγόμενο κουτί του Skinner, όπου, όπως υποστήριζε
ο ίδιος, μπορούσε κανείς να παρατηρήσει τους στοιχειδεις νόμους που διέπουν τη
συμπεριφορά ενος οργανισμού. Μέσα στο κουτί υπάρχουν διάφορα ερεθίσματα και οι
συμπεριφορές που παρατηρούνται από τους πειραματιστές είναι συνήθως το πάτημα μίας
μπάρας από ένα ποντίκι ή το τσίμπημα ενός κλειδιού από ένα περιστέρι.
Για την πρώτη περίπτωση, της μελέτης του ποντικού, ακολουθείται η εξής διαδικασία:
Αρχικά, το ποντίκι τοποθετείται μέσα στο κουτί κι αρχίζει να τριγυρνά εξερευνώντας το,
ώσπου κάποια στιγμή βρίσκει την μπάρα και την πατάει. Ο πειραματιστής καταγράφει πόσες
φορές το ποντίκι πιέζει την μπάρα (ο αριθμός αυτός ονομάζεται «δραστικό επίπεδο της
αντίδρασης»).
Μόλις ο ποντικός πιέζει την μπάρα, ένα κομμάτι τροφής πέφτει στο πιάτο που είναι
τοποθετημένο στο κουτί, ο ποντικός τρώει την τροφή κι έπειτα συνεχίζει να πατάει την μπάρα.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η τροφή λειτουργεί ως ενισχυτής μίας συγκεκριμένης αντίδρασης, που
είναι το πάτημα της μπάρας.
Έτσι, το ζητούμενο για τον Skinner είναι ακριβώς ο έλεγχος της συμπεριφοράς μέσα από
συγκεκριμένες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο περιβάλλον. Και λέγοντας πειραματικό
έλεγχο, ο Skinner εννοεί, όπως έχει ήδη αναφερθεί, την εμφάνιση του ενισχυτή (τροφή) και τον
αριθμό των επανεμφανίσεων της δεδομένης αντίδρασης μετά από την εμφάνιση του ενισχυτή.
Πρόγραμμα ενίσχυσης του Skinner
Επίσης, ως συνέχεια αυτής της πρώτης έρευνας του Skinner, μελετήθηκε και η σχέση του
προγράμματος ενίσχυσης με τη συχνότητα και το χρόνο εμφάνισης των επιθυμητών
αντιδράσεων. Όπως φάνηκε και μέσα από τα πειράματα του Skinner και των συνεχιστών του,
ο κάθε εμφανιζόμενος ενισχυτής μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με το πρόγραμμα
χορήγησής του. Για παράδειγμα, το πρόγραμμα ενίσχυσης μπορεί να είναι είτε συνεχές είτε
μερικό.
Συνεχές Πρόγραμμα είναι αυτό κατά το οποίο η ενίσχυση χορηγείται συστηματικά μετά από
κάθε σωστή αντίδραση του υποκειμένου ή του πειραματόζωου. Αντίθετα, μερική είναι η
ενίσχυση όταν αμείβονται μερικές και όχι όλες οι σωστές αντιδράσεις του (για παράδειγμα, με
βάση το πρόγραμμα, μπορεί να αμοίβεται η 2η , η 4η και η 6η σωστή αντίδραση). Αν η μερική
ενίσχυση παρέχεται με τρόπο συστηματικό, λέγεται προγραμματισμένη μερική ενίσχυση:
ενώ αν δίνεται με τρόπο μη σταθερό, ονομάζεται απρογραμμάτιστη μερική ενίσχυση.
Επίσης, πολύ συχνά υφίσταται η διάκριση μεταξύ άμεσης και καθυστερημένης ενίσχυσης,
όπου άμεση είναι η ενίσχυση που δίνεται αμέσως μετά την εκδήλωση της σωστής
αντίδρασης, ενώ καθυστερημένη εκείνη που χορηγείται μετά την πάροδο συγκεκριμένου
χρονικού διαστήματος από την εκδήλωση της επιθυμητής συμπεριφοράς. Ως προέκταση
αυτής της προβληματικής για τα διάφορα προγράμματα ενίσχυσης, και με βάση πειραματικά
δεδομένα, φάνηκε ότι η μερική απρογραμμάτιστη ενίσχυση οδηγεί σε σταθερότερες μορφές
μάθησης.
Για παράδειγμα, εκείνη η ομάδα των ποντικών η οποία δεν έπαιρνε την τροφή της μετά από
κάθε πίεση του μοχλού φαίνεται ότι χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για την απόσβεση της
εκμαθημένης συμπεριφοράς από την ομάδα που είχε δεχθεί προγραμματισμένη ενίσχυση.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι θεωρητικοί της συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης,
το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι άνθρωποι δηλαδή
συνήθως συνδέουν διάφορα γεγονότα τα οποία λειτουργούν ως ενισχυτές με διάφορες
καταστάσεις, αλλά τις περισσότερες φορές αυτές οι συνδέσεις έχουν τυχαίο και
συμπτωματικό χαρακτήρα, ώστε τελικά η σύνδεση αυτή να συνιστά μια μορφή μερικής και
απρογραμμάτιστης ενίσχυσης.
Όσον αφορά την εκμάθηση και εκτέλεση πολύπλοκων μορφών συμπεριφοράς, ο Skinner
υποστηρίζει ότι αυτές μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από τη διαδικασία της σταδιακής και
προσεγγιστικής σχηματοποίησης της συμπεριφοράς (shaping). Αυτό σημαίνει ότι κάθε
συμπεριφορά που τείνει να μοιάζει, έστω και αμυδρά, στην επιθυμητή συντελεστική απόκριση
του οργανισμού σε ένα ερέθισμα τελικά ενισχύεται, έτσι ώστε να μοιάζει όλο και περισσότερο
στην επιθυμητή συμπεριφορά.
Με βάση αυτή τη διαδικασία, ακολουθείται μια σταδιακή ενίσχυση απλούστερων
συμπεριφορών, η εκμάθηση και σύνθεση των οποίων επιτρέπει τόσο στα ζώα όσο και στους
ανθρώπους να μαθαίνουν και να χειρίζονται κατάλληλα πολυπλοκότερες μορφές
συμπεριφοράς, όπως είναι, για παράδειγμα, η εκμάθηση από τα ζώα ενός τσίρκου μιας
σειράς ασυνήθιστων ακροβατικών ασκήσεων.


Ανάπτυξη και εξέλιξη της προσωπικότητας
Η άποψη του Skinner και των συνεχιστών του για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της
προσωπικότητας εστιάζεται, κυρίως, στη σπουδαιότητα του προγράμματος ενίσχυσης όσον
αφορά τη διαμόρφωση και εκτέλεση των επιμέρους συμπεριφορών. Κατά τη διάρκεια της
ανάπτυξης του παιδιού, οι αντιδράσεις του εξαρτώνται και βρίσκονται υπό τον έλεγχο όλων
των πιθανών ενισχύσεων που ενυπάρχουν στο περιβάλλον.
Ειδικότερα, όμως, πρέπει να δοθεί έμφαση όχι στις γενικές, αλλά στις συγκεκριμένες
αντιδράσεις του παιδιού σε περιβαλλοντικούς ενισχυτές. Τα παιδιά, σύμφωνα με την
προσέγγιση του Skinner, γίνονται αυτοδύναμα μέσα από διαδικασίες ενίσχυσης εκείνων των
πράξεων που, για παράδειγμα, τα βοηθούν να προσέχουν τον εαυτό τους. Τέτοιες πράξεις
είναι το φαγητό και το ντύσιμο. Κατ' αυτό τον τρόπο, το παιδί πρέπει να ενισχύεται αμέσως
μετά την εκτέλεση της επιθυμητής συντελεστικής συμπεριφοράς τόσο με υλικό τρόπο (πχ. το
Φαγητό που του αρέσει), όσο και με κοινωνικές αμοιβές (π.χ με τον έπαινο).
Επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο να μάθει το παιδί να υπομένει την πιθανή καθυστέρηση της
επιβράβευσής του, θα πρέπει αρχικά να λάβει την ενίσχυση μετά από ένα σύντομο διάστημα
καθυστέρησης και κατόπιν, σταδιακά να παίρνει όλο και πιο καθυστερημένα την επιβράβευσή
του, ούτως ώστε σε λίγο καιρό η καθυστέρηση να εδραιωθεί ως μοντέλο συμπεριφοράς και το
παιδί να μπορεί να περιμένει υπομονετικά και να προσβλέπει στη μακροπρόθεσμη
επιβράβευση των πράξεων του.


https://www.youtube.com/watch?v=pi0ekoQxAoE

O Bandura είχε την πρόθεση να εξετάσει πώς τα παιδιά μαθαίνουν σε οποιοδήποτε κοινωνικό
περιβάλλον μέσω της παρατήρησης και της μίμησης της συμπεριφοράς άλλων. Υποστήριζε
πως η μάθηση στα παιδιά δεν επέρχεται μόνο μέσω της ενίσχυσης, όπως επισήμαινε η
συμπεριφορική θεωρία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, αλλά και από την επιρροή του
περιβάλλοντος.
Έτσι μέσω της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης ανέπτυξε τις τρεις βασικές ιδέες του, οι
οποίες αποτέλεσαν και πυρήνες της θεωρίας: η μάθηση μέσω της παρατήρησης, η σημασία
των εσωτερικών γνωσιακών διαδικασιών και η παραδοχή πως ακόμα και αν κάτι μαθευτεί,
δεν ισοδυναμεί αυτόματα και με αλλαγή στη συμπεριφορά του ατόμου.
Αναφορικά με την πρώτη, είναι γνωστό πως τα παιδιά παρατηρούν τους ανθρώπους γύρω
τους να συμπεριφέρονται με διάφορους τρόπους, μιμούμενα μάλιστα πολύ συχνά τις
συμπεριφορές αυτές. Το γεγονός αυτό λοιπόν προσπάθησε να εξετάσει περαιτέρω ο Bandura
μέσω του διάσημου πειράματος με την κούκλα Bobo.
Σε αυτή τη μελέτη τα παιδιά παρατήρησαν έναν ενήλικα να δρα επιθετικά απέναντι στην
κούκλα, με αποτέλεσμα αργότερα που έμειναν μόνα τους με την κούκλα να μιμούνται τις βίαιες
κινήσεις που παρατήρησαν προηγουμένως.
Έτσι αποδείχθηκε η δύναμη της μάθησης μέσω παρατήρησης. Ο Bandura μάλιστα πρόσθεσε
πως τα άτομα που παρατηρούνται ονομάζονται πρότυπα ενώ η διαδικασία της μίμησης
φαίνεται να επηρεάζεται από το αν οι πράξεις εκτελούνται από άτομα που το παιδί
αντιλαμβάνεται ως όμοια, από τα αποτελέσματα της πράξης του προτύπου και από τα αν τα
άτομα ανταποκρίνονται στις πράξεις του παιδιού με θετική ή αρνητική ενίσχυση.
Αναγνώρισε τέλος τρία βασικά πρότυπα κοινωνικής μάθησης: το ζωντανό πρότυπο που
περιλαμβάνει ένα πραγματικό άτομο να επιδεικνύει κάποια συμπεριφορά, το συμβολικό
πρότυπο δηλαδή φανταστικούς χαρακτήρες που επιδεικνύουν μία συμπεριφορά σε ταινίες,
βιβλία ή τηλεοπτικά προγράμματα και το λεκτικό πρότυπο διδασκαλίας που περιέχει
περιγραφές και ερμηνείες μιας συμπεριφοράς.
Σχετικά με τις εσωτερικές γνωσιακές διαδικασίες, η θεωρία κοινωνικής μάθησης υπογραμμίζει
το γεγονός πως η μάθηση μέσω της παρατήρησης που αναφέρθηκε προηγουμένως μπορεί να
εφαρμοστεί μόνο με τη συμβολή και των γνωσιακών διαδικασιών. Τα άτομα δηλαδή δεν
παρατηρούν απλά μια συμπεριφορά και αυτόματα τη μιμούνται, αλλά προηγούνται κάποιες
διαδικασίες σκέψης πριν τη μίμηση.
Οι διαδικασίες αυτές ονομάζονται διαμεσολαβητικές γνωσιακές διαδικασίες και
παρεμβάλλονται ανάμεσα στο ερέθισμα (παρατήρηση) και στην απόκριση (μίμηση ή όχι).
Σύμφωνα με τον Bandura υπάρχουν τέσσερις διαμεσολαβητικές γνωσιακές διαδικασίες:
Προσοχή: Προκειμένου ένα άτομο να μιμηθεί μια συμπεριφορά πρέπει να της δώσει την
απαραίτητη σημασία. Με άλλα λόγια το άτομο πρέπει να προσέξει μια συμπεριφορά και τα
αποτελέσματά της και να σχηματίσει μια εσωτερική αναπαράσταση αυτής της συμπεριφοράς.
Έτσι η προσοχή είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για το αν η συμπεριφορά θα γίνει αντικείμενο
μίμησης ή όχι.
Μνήμη: Ακόμα και αν μια συμπεριφορά παρατηρηθεί, είναι απαραίτητο να απομνημονευτεί
ώστε να μπορεί να εκτελεστεί στο μέλλον. Οι διαδικασίες που συντελούν στην
απομνημόνευση είναι οπτικές και λεκτικές και σχετίζονται με τα χαρακτηριστικά και τις
γνωσιακές ικανότητες του παρατηρητή.
Αναπαραγωγή: Πρόκειται για την ικανότητα να εφαρμοστεί η συμπεριφορά που επέδειξε το
πρότυπο, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψιν και περιορισμούς του κάθε ατόμου-μιμητή όπως για
παράδειγμα τη φυσική του ικανότητα.
Κίνητρο: Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η θέληση προκειμένου να εκτελεστεί μία συμπεριφορά.
Η ανταμοιβή ή η τιμωρία που συνοδεύουν μια συμπεριφορά θα υπολογιστούν από τον
παρατηρητή. Έτσι αν τα οφέλη είναι περισσότερα από τις αρνητικές συνέπειες, τότε η
συμπεριφορά είναι πιο πιθανό να μιμηθεί από τον παρατηρητή.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και η σημασία που προσδίδει η θεωρία κοινωνικής μάθησης στο
γεγονός πως μάθηση δεν συνεπάγεται και αλλαγή της συμπεριφοράς. Τα άτομα μπορούν να
μαθαίνουν καινούρια πράγματα, ακόμα και αν η μάθηση αυτή δεν φαίνεται άμεσα στη
συμπεριφορά τους.
Αντίθετα με το συμπεριφορισμό λοιπόν ο οποίος υποστήριζε πως η μάθηση οδηγεί σε μία
μόνιμη αλλαγή συμπεριφοράς, η παρατήρηση μέσω μάθησης απέδειξε πως τα άτομα
μπορούν να αποκτήσουν καινούριες γνώσεις χωρίς να επιδεικνύουν καινούριες
συμπεριφορές.
Συμπερασματικά, αν και η θεωρία κοινωνικής μάθησης επικρίθηκε για την μεγάλη έμφαση
που δίνει στο περιβάλλον ως παράγοντα επιρροής της μάθησης, δεν παύει να αποτελεί μια
σπουδαία προσθήκη στις ψυχολογικές θεωρίες ερμηνείας της μάθησης, η οποία μάλιστα
επηρέασε σημαντικά και τις στρατηγικές διδασκαλίας στον τομέα της εκπαίδευσης.


https://www.youtube.com/watch?v=dmBqwWlJg8U
https://www.youtube.com/watch?v=VsPnCiPfoLU

Τι είναι η μνήμη;
• Ικανότητα συγκράτησης και αναπαραγωγής πληροφοριών που λαμβάνουμε από τον
εξωτερικό κόσμο
• Διεργασία του νου μέσω της οποίας αποκτούνται και διατηρούνται πληροφορίες, οι
οποίες ανασύρονται όταν κριθεί απαραίτητο, συνήθως μέσω των κατάλληλων
ερεθισμάτων.
• Συνδέεται με:
– Τη ζωή του ανθρώπου
– Τις ανώτερες γνωστικές δραστηριότητες
• Κάθε γνώση και δεξιότητα βασίζεται στην ικανότητα μνημονικής συγκράτησης
των πληροφοριών που τη συνθέτουν.


Τα τρία «Στάδια» της Μνήμης
• Κωδικοποίηση: Τοποθέτηση στη μνήμη
• Αποθήκευση: Διατήρηση στη μνήμη
• Ανάσυρση: Ανάκτηση στη μνήμη
Η μνήμη απαιτεί οι πληροφορίες που έρχονται από τον εξωτερικό κόσμο πρώτα να
κωδικοποιούνται, μετά να αποθηκεύονται και τέλος να ανασύρονται. Αν κάποιο από αυτά τα
στάδια της μνήμης δεν λειτουργήσει, τότε η πληροφορία ξεχνιέται.
Κωδικοποίηση είναι η λειτουργία η οποία μετατρέπει φυσικά ερεθίσματα του περιβάλλοντος
σε νοητικές αναπαραστάσεις έτσι ώστε να είναι αποθηκεύσιμες.
Υπάρχουν διάφορα είδη κωδικοποιήσεων:
1. Φωνολογική κωδικοποίηση
2. Σημασιολογική κωδικοποίηση
3. Οπτική κωδικοποίηση


Φωνολογική Κωδικοποίηση
Όταν χρησιμοποιούμε τον ήχο μιας λέξης για να την καταχωρήσουμε στη μνήμη μας, έχουμε
φωνολογική κωδικοποίηση. ∆ηλαδή μεταφράζουμε τα ψηφία της λέξης στον ήχο στον οποίο
αντιστοιχούν.


Σημασιολογική Κωδικοποίηση
Όταν χρησιμοποιούμε το νόημα μιας λέξης για να την αποθηκεύσουμε, τότε έχουμε
σημασιολογική κωδικοποίηση. Όλων των ειδών οι πληροφορίες είναι δυνατόν να
κωδικοποιηθούν σημασιολογικά.


Οπτική Κωδικοποίηση
Όταν χρησιμοποιούμε την εικόνα μιας λέξης για να την αποθηκεύσουμε, τότε έχουμε οπτική
κωδικοποίηση.
Και τα τρία είδη κωδικοποίησης είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν από το μνημονικό μας
σύστημα για να αποθηκεύσουν πληροφορίες. Το ποιο είδος κώδικα θα επιλεχθεί κάθε φορά
είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων όπως το είδος και η μορφή της πληροφορίας.
Αποθήκευση


Το επόμενο στάδιο λειτουργίας της μνήμης μετά την κωδικοποίηση είναι η αποθήκευση. Τα
ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν σε σχέση με την αποθήκευση είναι: η χωρητικότητα,
η τοποθεσία, η οργάνωση κλπ.


Ανάσυρση
Για να χρησιμοποιήσουμε μία πληροφορία που έχουμε αποθηκεύσει, πρέπει να την
ανασύρουμε από τη μνήμη μας. Η διαδικασία με την οποία «φέρνουμε» μια αποθηκευμένη
πληροφορία στη συνείδησή μας ώστε να τη χρησιμοποιήσουμε, ονομάζεται ανάσυρση.
Κωδικοποίηση → Αποθήκευση → Ανάσυρση
Σε περιπτώσεις που δε μπορούμε να θυμηθούμε κάτι, είναι πιθανό να ευθύνεται κάποιο
πρόβλημα σε οποιοδήποτε από τα στάδια λειτουργίας της μνήμης μας

∆ιαχωρισμοί της μνήμης
Η μνήμη έχει χωριστεί σε υποκατηγορίες ανάλογα:
1.Με τη διάρκεια παραμονής των πληροφοριών στη μνήμη.
2. Με το είδος των αποθηκευμένων πληροφοριών.
3. Με το αν η ανάσυρση των πληροφοριών είναι αυτόματη (ασυνείδητη) ή συνειδητή.


1. ∆ιάρκεια παραμονής
Οι πληροφορίες που αποθηκεύονται στη μνήμη μας δεν έχουν όλες την ίδια διάρκεια.
Ανάλογα με τη διάρκεια παραμονής των πληροφοριών, έχουμε τρία είδη μνήμης:
1. Αισθητηριακή καταγραφή
2. Βραχύχρονη ή εργαζόμενη μνήμη (μνήμη εργασίας)
3. Μακρόχρονη μνήμη
Πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον
→ Αισθητηριακές καταγραφές
→ ΒραχύχρονηΛειτουργική µνήµη – Μνήµη εργασίας
→Μακρόχρονη µνήµη


Αισθητηριακή Καταγραφή
• Το σύστημα που συγκρατεί πληροφορίες κατά την πρόσληψή τους και έτσι ξεκινά η
επεξεργασία τους
• Δεν αναγνωρίζεται πλήρως η ταυτότητα των πληροφοριών αλλά μόνο ορισμένα
χαρακτηριστικα τους, π.χ. μέγεθος, χρώμα, θέση κ.ο.κ.
• Το στάδιο θα μπορούσε να ονομαστεί:
– Εικονική μνήμη για πληροφορίες οπτικής φύσης
– Ηχομνήμη για πληροφορίες ακουστικής φύσης
– Απτική μνήμη για πληροφορίες αφής κ.ο.κ.
Χαρακτηριστικά αισθητηριακής καταγραφής
• Μεγάλη χωρική ικανότητα συγκράτησης: συγκράτηση μεγάλου αριθμού πληροφοριών
• Μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης: συγκράτηση των πληροφοριών για κλάσματα του
δευτερολέπτου
Η αισθητήρια καταγραφή (ή μνήμη) συγκρατεί πληροφορίες για ελάχιστο χρόνο (από
χιλιοστά του δευτερολέπτου έως 1-2 δευτερόλεπτα). Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι είναι
περισσότερο μία αντιληπτική λειτουργία, παρά ένα είδος μνήμης. Η αισθητηριακή μνήμη
οδηγεί τις πληροφορίες στην ελαφρώς εκτενέστερη βραχύχρονη μνήμη.


Βραχύχρονη Μνήμη
Η βραχύχρονη μνήμη συγκρατεί πληροφορίες για μερικά δευτερόλεπτα έως και λίγα λεπτά.
Το πιο διαδεδομένο μοντέλο λειτουργίας της βραχύχρονης μνήμης, είναι το μοντέλο της
«εργαζόμενης μνήμης» του Baddeley.
Η μνήμη διατηρείται μόνο μερικά δευτερόλεπτα και υπάρχει μόνο με τη μορφή ενεργού
νευρικού σήματος. Γι αυτό κάθε νέα μνήμη πρέπει να επαναλαμβάνεται διαρκώς στον
εγκέφαλο, διαφορετικά πολύ γρήγορα λησμονιέται.
Η βραχύχρονη μνήμη είναι ιδιαίτερα σημαντική δομή, διότι εμπλέκεται και στη χρήση των
πληροφοριών που ανασύρουμε από τη μνήμη μας.
Χαρακτηριστικά βραχύχρονης μνήμης
• Μικρή χωρική ικανότητα συγκράτησης: συγκράτηση κατά μέσο όρο 7 στοιχείων
πληροφορίας με απόκλιση 2 στοιχείων. • Μικρή χρονική διάρκεια συγκράτησης:
συγκράτηση πληροφοριών για σύντομο χρονικό διάστημα που συνήθως δεν ξεπερνά τα 30
δευτερόλεπτα.
Στάδια βραχύχρονης μνήμης
1. Κωδικοποίηση
– Φωνολογική
– Οπτική, κλπ
2. Αποθήκευση
– Περιορισμένη χωρητικότητα (7±2)
– Εσωτερική επανάληψη – Ομαδοποίηση
– Νοηματοδότηση πληροφοριών
– Λήθη
3. Ανάσυρση
Ο εγκέφαλος λαμβάνει ερεθίσματα, και στη συνέχεια εξετάζει το νόημα τους. Έπειτα επιλέγει τον
τρόπο με τον οποίο θα τα επεξεργαστεί, ξεκινώντας από την επιφανειακή και σχετική με τις
αισθήσεις ανάλυση, προχωρώντας στη σύνθετη και εις βάθος επεξεργασία, εάν διατεθεί ο
απαραίτητος χρόνος. Όσες πληροφορίες αναλύθηκαν σε βάθος είναι εξαιρετικά πιθανό να
συγκρατηθούν ευκολότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.


Μακρόχρονη μνήμη
• Αν οι πληροφορίες που προσελήφθηκαν συγκρατούνται για χρόνο περισσότερο από μερικά
δευτερόλεπτα ή λεπτά τότε μεταβιβάζονται στη μακρόχρονη μνήμη, όπου μπορούν να
παραμείνουν για απεριόριστο χρονικό διάστημα
•Αποτελεί τον κύριο αποθηκευτικό χώρο της Μνήμης. Η χωρητικότητα της ΜΜ είναι
απροσδιόριστη
• Τύποι μακρόχρονης μνήμης:
– Μνήμη γεγονότων-επεισοδιακή
– Σημασιολογική μνήμη
– Διαδικαστική μνήμη
Σημασιολογική είναι η μνήμη για συγκεκριμένες πληροφορίες.
Επεισοδιακή είναι η μνήμη για γεγονότα και περιστατικά.
Κάποιες πληροφορίες χρειάζεται να προσπαθήσουμε συνειδητά για να τις θυμηθούμε. Κάποιες
άλλες τις θυμόμαστε με ένα αυτόματο τρόπο. Η έκδηλη μνήμη αφορά σε πληροφορίες που
θυμόμαστε συνειδητά. Η άδηλη μνήμη αναφέρεται σε πληροφορίες που θυμόμαστε αυτόματα, και
κυρίως σε δεξιότητες (οδήγηση, δέσιμο παπουτσιού, κλπ).
Στάδια Μακρόχρονης μνήμης
1. Κωδικοποίηση
• Κωδικοποίηση νοήματος
• Προσθήκη συνδέσεων με νόημα
2. Αποθήκευση
• Εγκεφαλική έδρα μνήμης: ιππόκαμπος (για εμπέδωση) & εγκεφαλικός φλοιός (για μόνιμη
αποθήκευση)
3. Ανάσυρση
• Λήθη
• Αποτυχημένη ανάσυρση
• Παρεμβολή (αναδρομική – προδρομική)
Αναγνώριση έναντι Ανάκλησης
• Η αναγνώριση είναι μια γνωστική λειτουργία ευκολότερη από την ανάκληση
• Κατά την αναγνώριση, η παρουσίαση του πληροφοριακού ερεθίσματος βοηθά σε
ανίχνευση προσδιορισμό και αναγνώριση της πληροφορίας που είχε κωδικοποιηθεί και
συγκρατηθεί στη μνήμη.
• Κατά την ανάκληση, το άτομο πρέπει να μπορεί εύκολα να εντοπίζει και να ανασύρει τη
ζητούμενη πληροφορία πράγμα που προϋποθέτει καλά δομημένη συγκράτηση.
Κωδικοποίηση & Ανάσυρση
• Η επιτυχημένη κωδικοποίηση (που θα οδηγήσει στην επιτυχημένη ανάσυρση)
πληροφοριών εξαρτάται από:
– Επεξεργασία πληροφοριών
– Οργάνωση πληροφοριών
– Σχετικό πλαίσιο κωδικοποίησης και ανάσυρσης της πληροφορίας


Όταν υπάρχει πρόβλημα στη μνήμη μιλάμε για διαταραχή της μνήμης. Ανάμεσα σε αυτές
ανήκουν η προδρομική αμνησία και η αναδρομική αμνησία. Η προδρομική αμνησία είναι η
απώλεια μνήμης για γεγονότα μετά την έναρξη προβλήματος, ενώ η αναδρομική αμνησία
είναι η απώλεια μνήμης για γεγονότα πριν την προσβολή/τραυματισμό.
Ανάμεσα στις πιθανές και συνήθεις αιτίες απώλειας μνήμης είναι το αλκοόλ, τα φάρμακα, η
έλλειψη ύπνου αλλά, η κατάθλιψη και το άγχος, νευροεκφυλιστικές ασθένειες, όπως η άνοια,
κ.α.
Τι μπορούμε να κάνουμε για την καλύτερη διαχείριση της μνήμης μας; Κάποιες γενικές
οδηγίες είναι οι εξής: Να απλοποιούνται οι πληροφορίες, να μειώνεται το πλήθος
πληροφοριών προς απομνημόνευση, να ελέγχεται η κατανόηση και να συνδέονται οι νέες
πληροφορίες με υπάρχουσες.
Καλό θα ήταν να εξασκούμαστε συχνά και λίγο και να οργανώνονται οι πληροφορίες που
έχουμε για απομνημόνευση. Όταν η ανάκτηση γίνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα,
μπορούμε να μάθουμε με σχετικά λίγη προσπάθεια, και να βελτιωνόμαστε με την εξάσκηση

Ημερολόγιο

Ανακοινώσεις

  • - Δεν υπάρχουν ανακοινώσεις -